Οι Ισπανόφωνοι με δικαίωμα ψήφου στις Ηνωμένες Πολιτείες υπολογίζονται σε περίπου 39 εκατομμύρια και αντιστοιχούν πλέον στο ένα έκτο του εκλογικού σώματος. Ο ρόλος τους στη διαμόρφωση του αποτελέσματος των ενδιάμεσων εκλογών της Τρίτης είναι καθοριστικός.
Το 2024 είχαν ταχθεί μαζικά υπέρ της επανεκλογής του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
Οι δημοσκοπήσεις, όμως, δείχνουν ότι αυτή την περίοδο απομακρύνονται από τον Αμερικανό πρόεδρο και από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Χωρίς να δεσμεύονται από κομματικές ταμπέλες, οι Λατίνοι ψηφοφόροι αναδεικνύονται σε μία από τις πιο κρίσιμες ομάδες μετακινούμενων ψηφοφόρων, τους λεγόμενους swing voters.
Στις τάξεις τους συγκαταλέγονται πιστοί καθολικοί, επιχειρηματίες με οικονομικά συντηρητικές απόψεις, πολιτογραφημένοι μετανάστες της εργατικής τάξης και ισπανόφωνοι με πανεπιστημιακή μόρφωση, των οποίων οι οικογένειες ζουν στις ΗΠΑ εδώ και γενιές.
Ακριβώς επειδή ψηφίζουν και πέρα από κομματικές γραμμές, έχουν εξελιχθεί σε κρίσιμη δημογραφική ομάδα, την οποία Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι διεκδικούν με αγωνία.
Η κρίση στο κόστος ζωής και η αντιμεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ φαίνεται πως ευνοούν τους πρώτους σε αυτές τις ενδιάμεσες εκλογές.
Σύμφωνα με το Pew Research Center, η αποδοχή του Τραμπ στους εγγεγραμμένους Λατίνους ψηφοφόρους έχει πέσει στο 24%, από 38% που καταγραφόταν στην αρχή της δεύτερης προεδρικής θητείας του.
Ακόμη και ανάμεσα στους Λατίνους που τον είχαν ψηφίσει το 2024, το ποσοστό αποδοχής μειώθηκε από 93% σε 57%.
Σε μέσο όρο εθνικών δημοσκοπήσεων των New York Times και του Siena για την ανάδειξη νέας Βουλής των Αντιπροσώπων και την ανανέωση του ενός τρίτου των εδρών της Γερουσίας, οι ισπανόφωνοι πιθανοί ψηφοφόροι κλίνουν σαφώς προς τους Δημοκρατικούς, με διαφορά 35 ποσοστιαίων μονάδων έναντι των Ρεπουμπλικανών, δηλαδή 64% και 29% αντίστοιχα.
Δημοσκόπηση των NBC News και του Telemundo δείχνει ότι οι περισσότεροι Λατίνοι ψηφοφόροι προτιμούν Κογκρέσο υπό δημοκρατικό έλεγχο, σε ποσοστό 59%, έναντι 35% που τάσσονται με τους Ρεπουμπλικανούς.
Με αυτά τα δεδομένα, η λατινοαμερικανική κοινότητα στις ΗΠΑ θα μπορούσε να κρίνει ορισμένες από τις πιο κρίσιμες αναμετρήσεις.
Η στροφή των ισπανόφωνων πριν από την κάλπη
Από το 2016 και σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, ο Ντόναλντ Τραμπ διεύρυνε το μερίδιό του στους ισπανόφωνους ψηφοφόρους. Το αποκορύφωμα ήρθε στις προεδρικές εκλογές του 2024.
Συγκέντρωσε τότε το υψηλότερο ποσοστό στήριξης που έχει καταγράψει Ρεπουμπλικανός προεδρικός υποψήφιος στις τάξεις τους εδώ και δεκαετίες.
Τα ίδια ζητήματα, όμως, που τους είχαν ωθήσει προ διετίας προς τον Τραμπ, η μείωση του κόστους ζωής και η ενίσχυση της ασφάλειας των συνόρων, τους απομακρύνουν τώρα από τους Ρεπουμπλικανούς ενόψει των ενδιάμεσων της 3ης Νοεμβρίου.
Ο πόλεμος στο Ιράν, που διανύει πλέον τον ένατο μήνα, έδρασε ως φυτίλι. Η ακρίβεια έχει προκαλέσει έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια στις ΗΠΑ.
Σε πρόσφατη δημοσκόπηση των New York Times και του Πανεπιστημίου Siena, μόλις το 8% των ισπανόφωνων ψηφοφόρων εγκρίνει τους χειρισμούς του προέδρου στο κόστος ζωής.
Ούτε ένας στους πέντε, ποσοστό 18%, χαρακτηρίζει καλή την κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας.
Στο μεταναστευτικό, η αποδοχή του Τραμπ στην λατινοαμερικανική κοινότητα βρίσκεται στο 26%. Η πλειονότητα τάσσεται υπέρ των νόμιμων οδών μετανάστευσης και κατά των μαζικών απελάσεων χωρίς διάκριση.
Η τάση αυτή μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα σε κρίσιμες αναμετρήσεις της 3ης Νοεμβρίου για τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Στο Τέξας, όπου οι Ισπανόφωνοι αποτελούν περίπου το ένα τρίτο των ψηφοφόρων, η απογοήτευση από τον Τραμπ και τους Ρεπουμπλικανούς είναι αισθητή στην κομβική μάχη για την έδρα της Γερουσίας.
Σε πολιτεία που παραδοσιακά αποτελεί προπύργιο των συντηρητικών, ο Δημοκρατικός υποψήφιος Τζέιμς Ταλαρίκο προηγείται στις δημοσκοπήσεις του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου του Κεν Πάξτον, ο οποίος πρόσκειται στον Τραμπ και θεωρείται αμφιλεγόμενος.
Στους ισπανόφωνους ψηφοφόρους το προβάδισμα πλησιάζει τις 20 μονάδες.
Σε εκλογικό θρίλερ θα μπορούσε να εξελιχθεί ακόμη και η επανεκλογή του Ρεπουμπλικανού νυν κυβερνήτη Γκρεγκ Άμποτ.
Η διαφορά του έχει περιοριστεί σε μόλις τρεις μονάδες μπροστά από τη Δημοκρατική αντίπαλό του Τζίνα Χινοτζόσα, η οποία προηγείται στους Ισπανόφωνους.
Οι συνέπειες στον εκλογικό χάρτη
Ο προβληματισμός στις τάξεις των Ρεπουμπλικανών είναι τέτοιος, ώστε η βουλευτής Μαρία Ελβίρα Σαλαζάρ από τη Φλόριντα, που διεκδικεί την επανεκλογή της στη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, κυκλοφόρησε πρόσφατα προεκλογικό βίντεο με προειδοποιήσεις προς τον Τραμπ.
«Κύριε πρόεδρε, ορισμένα από τα μέτρα σας κατά της μετανάστευσης είναι υπερβολικά», τόνισε.
«Οι ίδιοι Ισπανόφωνοι που σας βοήθησαν να φτάσετε στον Λευκό Οίκο το 2024 αισθάνονται σήμερα προδομένοι», υπογράμμισε.
Κόρη Κουβανών εξόριστων, η Σαλαζάρ εκπροσωπεί την 27η περιφέρεια της Φλόριντα, στην κομητεία Μαϊάμι Ντέιντ, ένα χωνευτήρι Λατίνων με διαφορετικά υπόβαθρα.
Εκεί, στις προεδρικές εκλογές του 2024, ο Τραμπ είχε υπερισχύσει με 15 μονάδες έναντι της Δημοκρατικής αντιπάλου του, Κάμαλα Χάρις.
Τώρα, όμως, σε αυτό το ρεπουμπλικανικό προπύργιο, η Σαλαζάρ αισθάνεται από κοντά την ανάσα του Δημοκρατικού αντιπάλου της, Έλιοτ Ροντρίγκεζ.
Η περίπτωσή της αποτελεί μικρογραφία των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι Ρεπουμπλικάνοι στα μισά της εποχής Τραμπ 2.0.
Επιδιώκοντας να κρατήσουν την πλειοψηφία στο Κογκρέσο, επαναχάραξαν προεκλογικά πολλές εκλογικές περιφέρειες σε πολιτείες-κλειδιά που ελέγχουν σήμερα, όπως το Τέξας και η Φλόριντα, με βάση το σενάριο ότι θα διατηρούσαν τα εκλογικά κέρδη τους στους ισπανόφωνους ψηφοφόρους.
Η αναστροφή του κλίματος, όμως, απειλεί πλέον υποψηφίους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος ακόμη και σε περιφέρειες που ο Τραμπ είχε κερδίσει προ διετίας με διψήφια ποσοστά.
Έτσι, κρίσιμες μάχες των ενδιάμεσων εκλογών για τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας γίνονται ακόμη πιο αμφίρροπες.
Αφορούν τόσο περιφέρειες που οι Ρεπουμπλικάνοι ήλπιζαν να αποσπάσουν από τους Δημοκρατικούς όσο και έδρες που κατέχουν και θεωρούσαν μέχρι πρότινος δεδομένες.
Καθώς η κλίμακα της μεταστροφής της λατινικής ψήφου μένει να αποτυπωθεί στην κάλπη, το Τέξας και η Φλόριντα θα μπορούσαν να βρεθούν στο επίκεντρο ενός πιθανού, ίσως όμως παροδικού, αντιτραμπικού εκλογικού τσουνάμι.

































