Στις δηλώσεις τους, οι περισσότεροι καταναλωτές περιγράφουν την κατάστασή τους με τη φράση «τα βγάζουν πέρα με προσοχή». Η συντριπτική πλειοψηφία έχει ήδη μειώσει όσα ξοδεύει για διασκέδαση, ένδυση και άλλες μη βασικές κατηγορίες. Για τα νοικοκυριά, πρώτη προτεραιότητα παραμένει η διαχείριση του κόστους ζωής, κάτι που δείχνει ότι η ακρίβεια εξακολουθεί να διαμορφώνει την καταναλωτική συμπεριφορά.
Στα παραπάνω κατέληξε έρευνα της Circana, την οποία παρουσίασε σε εκδήλωση του ECR Hellas ο Παναγιώτης Μπορέτος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας.
Πριν προχωρήσουν σε αγορά, οι καταναλωτές εξετάζουν κυρίως προσφορές και τιμές ανά κιλό, λίτρο ή τεμάχιο.
Ο τίτλος της έρευνας είναι «Κατανάλωση σε Μετάβαση: Οι Δυνάμεις που Διαμορφώνουν το Αύριο της Αγοράς». Κριτήρια επιλογής καταστήματος, με μεγάλη διαφορά από τα υπόλοιπα, είναι η τιμή και οι προωθητικές ενέργειες. Οι καταναλωτές έχουν στραφεί σε πιο έξυπνες πρακτικές, αντιπαραβάλλοντας τιμές και προγραμματίζοντας σε μεγαλύτερο βαθμό τις αγορές τους.
Χαμηλός παραμένει ο μέσος δείκτης οικονομικής ασφάλειας. Η κύρια ανησυχία των πολιτών αφορά την αναντιστοιχία ανάμεσα στα εισοδήματα και το κόστος ζωής. Το στεγαστικό κόστος συγκαταλέγεται επίσης στις βασικότερες πιέσεις που δέχονται τα ελληνικά νοικοκυριά.
Τι καταγράφει η έρευνα της Circana
Παρά τις οικονομικές δυσκολίες, το φαγητό εκτός σπιτιού και οι διακοπές δεν έχουν φύγει από την καθημερινότητα και τον τρόπο ζωής των Ελλήνων. Η εικόνα αυτή, κατά τον κ. Μπορέτο, δείχνει προσπάθεια των καταναλωτών να κρατήσουν εμπειρίες και στιγμές ευημερίας ακόμη και μέσα σε οικονομική πίεση.
Στο 3,89/10 διαμορφώνεται ο μέσος δείκτης οικονομικής ασφάλειας, αποτυπώνοντας επιφυλακτική στάση των καταναλωτών. Προβληματισμό για το ύψος των αμοιβών σε σχέση με το κόστος ζωής εκφράζει το 57%. Με δυσκολία ή με ιδιαίτερη προσοχή χειρίζεται τα οικονομικά του το 74%.
Σε αυτό το κλίμα, τα σούπερ μάρκετ διατηρούν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Η μέση αξιολόγηση εμπιστοσύνης για τις αλυσίδες είναι 4,48/7, η υψηλότερη από κάθε άλλο κλάδο λιανεμπορίου. Πριν από την αγορά, βασική κίνηση παραμένει η σύγκριση προσφορών και τιμών ανά κιλό, λίτρο ή τεμάχιο. Η μέση δαπάνη τον μήνα στο σούπερ μάρκετ φτάνει τα 347 ευρώ.
Προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας
Το 63% στρέφεται συχνά σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, με διαφορές από κατηγορία σε κατηγορία. Με την άνοδο του ηλεκτρονικού σούπερ μάρκετ, η έρευνα της Circana καταγράφει ότι από φυσικό κατάστημα αγοράζει κυρίως μόλις το 36,3%. Το 40,3% μοιράζεται ισορροπημένα ανάμεσα στα δύο κανάλια και το 23,3% αγοράζει κυρίως online.
Μέσα στην ίδια διαδρομή, πέρασμα από το ένα κανάλι στο άλλο δηλώνει το 86,2%. Στις κατηγορίες τροφίμων, το φυσικό κατάστημα κρατά τη σημασία του.
Άμεση επαφή με τα προϊόντα που θα καταναλώσει, μέσω έρευνας στο φυσικό κατάστημα, επιθυμεί το 45% των καταναλωτών. Έρευνα αγοράς τροφίμου τόσο online όσο και offline κάνει το 31%. Online πληροφορίες για τα προϊόντα τροφίμου που θα αγοράσει αντλεί το 24%.
Στην τελική απόφαση, πάντως, κυριαρχούν απόλυτα η τιμή και η προσφορά.
Οι τρεις κύριοι λόγοι αγοράς είναι η τιμή στο 92%, οι προσφορές στο 79,1% και οι κριτικές στο 42,3%. Στη συνέχεια έρχονται η ευκολία αγοράς και παράδοσης με 29,7%, η διαθεσιμότητα με 24,3%, τα προγράμματα πιστότητας με 17,7% και η αγοραστική εμπειρία με 14,9%.
Παρόμοια σειρά εμφανίζεται και όταν ο καταναλωτής αγοράζει ξανά: τιμές και προσφορές 78%, εξυπηρέτηση 42,3%, ευκολία διαδικασίας 31,7%, ταχύτητα 21,4%.
Οι retail apps χρησιμεύουν κατά κύριο λόγο ως μηχανισμός προσφοράς. Τουλάχιστον περιστασιακά τις χρησιμοποιεί το 65,6% και συχνά το 23,6%. Το 38,2% λέει ότι τον βοηθούν πολύ ή πάρα πολύ στο να συνδέει αγορές online και offline.
Πρώτη στη χρήση έρχεται η ενεργοποίηση προσφορών και κουπονιών, με 58%. Ακολουθούν η προετοιμασία πριν από την επίσκεψη με 33,1%, το checkout και η κάρτα πιστότητας με 28,3%, η φάση μετά την αγορά με 24,6% και η χρήση μέσα στο κατάστημα με 21,7%.

































