Άμεσα και άρρηκτα συνυφασμένη με την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας στο διάβα του χρόνου είναι ασφαλώς η έννοια του ελληνισμού, μια έννοια αναδιαμορφούμενη και αναπροσδιοριζόμενη, η οποία έμελλε να ζήσει τη δική της σημασιακή περιπέτεια στο πέρασμα των αιώνων.
Αυτήν ακριβώς την έννοια θα εξετάσουμε στα επόμενα άρθρα μας, εκκινώντας από τη βασική παραδοχή ότι ο ελληνισμός θεμελιώνεται πάνω σε μείζονες αντιθέσεις και ουσιώδεις πολιτισμικές διασταυρώσεις: αρχικά του ελληνικού και του βάρβαρου, ακολούθως του ελληνικού και του ανατολικού (κατά την αντίληψη του γερμανού ιστορικού Johann Gustav Droysen), εντέλει δε του ειδωλολατρικού και του χριστιανικού.
Πριν αρχίσουμε να εντρυφούμε στη μελέτη του όρου ελληνισμός, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε συνοπτικά όσα έχουμε ήδη τονίζει στη θεματική ενότητα της Γλώσσας αναφορικά με το υπό εξέταση ζήτημα.
Οι Έλληνες, λοιπόν, ήδη από τους Αρχαϊκούς Χρόνους, από τον 7ο αιώνα π.Χ., αυτοαποκαλούνταν με το συγκεκριμένο εθνωνύμιο, ενώ από τον επόμενο αιώνα άρχισαν να αντιδιαστέλλουν τον αυτοπροσδιορισμό αυτόν προς όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους, τους οποίους αποκαλούσαν συλλήβδην και υποτιμητικά βαρβάρους.
Η αρνητική αυτή αντιμετώπιση, που επιτάθηκε έπειτα από την έναρξη των Περσικών Πολέμων, ήταν απόρροια των ουσιωδών διαφορών που παρευρίσκονταν αναφορικά με την καταγωγή, τις έμφυτες ιδιότητες («φύσις»), τα ήθη και τα έθιμα, τη γλώσσα, την πολιτική, τη σκέψη και νοοτροπία («διάνοια»).Στα κριτήρια με τα οποία γινόταν η ένταξη των ανθρώπων στην κατηγορία των Ελλήνων ή των βαρβάρων συγκαταλέγονταν συχνά η γλώσσα και η διάλεκτος.
Έτσι, ο Όμηρος ονομάζει τους Κάρες βαρβαρόφωνους εξαιτίας των ακατανόητων λόγων τους, ενώ την ίδια ονομασία χρησιμοποιεί αργότερα και ο Ηρόδοτος αναφερόμενος στους Πέρσες.
Εν τω μεταξύ, ο δεύτερος, ο αρχαιότερος από τους έλληνες ιστοριογράφους (5ος αιώνας π.Χ.), δε θεωρούσε τη γλώσσα το πλέον καθοριστικό μέτρο αξιολογήσεως της ελληνικότητας.
Ο επονομαζόμενος πατέρας της ιστορίας απέδιδε μεγαλύτερη σπουδαιότητα στις διαφορές ηθών και εθίμ...
Πηγή/Περισσότερα: in.gr


































