ΕντÏπωση Ï€Ïοκάλεσε στις Κάννες η νÎα ταινία του Πάνου ΚοÏÏ„Ïα, Xenia που Ï€Ïοβλήθηκε την ΤÏίτη στο τμήμα «Ένα Κάποιο ΒλÎμμα». ΠαÏάλληλα, με τις Κάννες η ταινία Ï€Ïοβλήθηκε και για τους δημοσιογÏάφους στην Αθήνα, συγκεντÏώνοντας θετικότατα σχόλια.
Κάνοντας Îνα λογοπαίγνιο ανάμεσα στο όνομα του ξενοδοχείου και την φιλο-ξενία, με ήÏωες δÏο νεαÏοÏÏ‚ αλβανικής καταγωγής -που Îχουν όμως μεγαλώσει στην Ελλάδα-, ο Πάνος ΚοÏÏ„Ïας παÏατηÏεί τη σÏγχÏονη ελληνική κοινωνία με Îνα βλÎμμα άλλοτε δÏαματικό, άλλοτε χαÏοÏμενο, άλλοτε παιδικό.
Μετά τον θάνατο της μητÎÏας του στην ΚÏήτη, ο Îτάνι πηγαίνει να εντοπίσει τον αδελφό του, τον Όντι που ζει στην Αθήνα. Î Ïοσπαθεί να τον πείσει να αποχωÏήσουν, να βÏουν τον πατÎÏα που δεν ενδιαφÎÏθηκε ποτΠκαι να του ζητήσουν χÏήματα που αισθάνονται ότι τους χÏωστάει.
Και παÏάλληλακαταβάλει Ï€Ïοσπάθεια να πείσει τον Όντι να συμμετάσχει σε Îνα μουσικό Ïιάλιτι, Ï„Ïαγουδώντας Îνα Ï„ÏαγοÏδι της αγαπημÎνης τους Πάτι ΜπÏάβο.
Μετά τη ΣτÏÎλλα, ο Πάνος ΚοÏÏ„Ïας αποδεικνÏει την ιδιαίτεÏη σκηνοθετική του ματιά. Î Ïοσεγγίζει θÎματα κοινωνικά (οι νεοναζί και οι επιθÎσεις τους κατά μεταναστών, η αίσθηση του να μην ανήκεις πουθενά ή να ανήκεις παντοÏ, το να είσαι ομοφυλόφιλος σε μία μη ανεκτική κοινωνία). Δεν το κάνει, όμως, βαÏαίνοντας την ταινία του.
Με σκηνÎÏ‚ βγαλμÎνες από ταινίες του Î‘Î»Î¼Î¿Î´Î¿Î²Î¬Ï Î® του Φελίνι (χωÏίς όμως να τις αντιγÏάφει, αλλά κάνοντάς τις δικÎÏ‚ του), ο Πάνος ΚοÏÏ„Ïας αφηγείται Îνα παÏαμÏθι, Îνα σÏγχÏονο ταξίδι του ΟδυσσÎα -δεν είναι τυχαία η επιλογή του ονόματος ενός εκ των αδελφών. Ένα παÏαμÏθι πολÏχÏωμο, γεμάτο μουσική, χÏώμα, γλυφιτζοÏÏια, κουνÎλια, αλλά και κινδÏνους.
ΠαÏά τη αναφοÏικά μεγάλη διάÏκειά του, την απλότητα του σεναÏίου και τις ενίοτε αμήχανες σκηνÎÏ‚ των ηθοποιών, ο Όντι και ο Îτάνι είναι δÏο πλάσματα που σε κάνουν να καÏφώνεις το βλÎμμα τους πάνω τους.
Η σχÎση τους είναι αυτή που ενδιαφÎÏει τον σκηνοθÎτη και φÏοντίζει να την αναδείξει με κάθε Ï„Ïόπο. Είναι δÏο παιδιά που Ï€ÏÎπει να μάθουν να ζουν μόνα τους (η Îμφαση εδώ είναι στο παιδιά).
Και παÏά τις δυσκολίες που καλοÏνται να αντιμετωπίσουν θα Îχουν για πάντα την... Πάτι ΜπÏάβο.
Αυτή η ελαφÏότητα είναι που γοήτευσε και τους ξÎνους κÏιτικοÏÏ‚.
Η Liberation γÏάφει ότι η Îκπληξη είναι ότι ο δÏόμος «είναι χαÏοÏμενος, διασκεδαστικός, ηλιόλουστος Îντονος, οÏισμÎνες φοÏÎÏ‚ γÏαφικός και παÏ’ όλα αυτά καθοÏίζεται πάντα από μία αμετάκλητη ελαφÏότητα».
«Αυτή είναι ίσως η μεγαλÏτεÏη ομοÏφιά του Xenia [...] η επιμονή του σκηνοθÎτη στο χÏωματιστό χιοÏμοÏ, το παιδικό όνειÏο και τον εφιάλτη ενός Ï„ÏÎνου φαντάσματος εκτός ελÎγχου, το οποίο θυμίζει τη χώÏα του σήμεÏα» συνεχίζει η εφημεÏίδα.
«ΥπάÏχει μία camp πλευÏά στις διαδικασίες που ο ΚοÏÏ„Ïας επιτυχώς αντιπαÏαβάλει με τη σκληÏή Ï€Ïαγματικότητα της σÏγχÏονης Ελλάδας, μιας πανÎμοÏφης αλλά εχθÏικής χώÏας, κατεστÏαμμÎνης από τη συνεχιζόμενη οικονομική κÏίση, Îνα μÎÏος όπου η ξενοφοβία, ο Ïατσισμός και η ομοφοβία μοιάζουν να ανθίζουν ελεÏθεÏα» γÏάφει ο Hollywood Reporter, μιλώντας για μια «συγκινητική» ιστοÏία.
Αγγελική Στελλάκη
Κάνοντας Îνα λογοπαίγνιο ανάμεσα στο όνομα του ξενοδοχείου και την φιλο-ξενία, με ήÏωες δÏο νεαÏοÏÏ‚ αλβανικής καταγωγής -που Îχουν όμως μεγαλώσει στην Ελλάδα-, ο Πάνος ΚοÏÏ„Ïας παÏατηÏεί τη σÏγχÏονη ελληνική κοινωνία με Îνα βλÎμμα άλλοτε δÏαματικό, άλλοτε χαÏοÏμενο, άλλοτε παιδικό.
Μετά τον θάνατο της μητÎÏας του στην ΚÏήτη, ο Îτάνι πηγαίνει να εντοπίσει τον αδελφό του, τον Όντι που ζει στην Αθήνα. Î Ïοσπαθεί να τον πείσει να αποχωÏήσουν, να βÏουν τον πατÎÏα που δεν ενδιαφÎÏθηκε ποτΠκαι να του ζητήσουν χÏήματα που αισθάνονται ότι τους χÏωστάει.
Και παÏάλληλακαταβάλει Ï€Ïοσπάθεια να πείσει τον Όντι να συμμετάσχει σε Îνα μουσικό Ïιάλιτι, Ï„Ïαγουδώντας Îνα Ï„ÏαγοÏδι της αγαπημÎνης τους Πάτι ΜπÏάβο.
Μετά τη ΣτÏÎλλα, ο Πάνος ΚοÏÏ„Ïας αποδεικνÏει την ιδιαίτεÏη σκηνοθετική του ματιά. Î Ïοσεγγίζει θÎματα κοινωνικά (οι νεοναζί και οι επιθÎσεις τους κατά μεταναστών, η αίσθηση του να μην ανήκεις πουθενά ή να ανήκεις παντοÏ, το να είσαι ομοφυλόφιλος σε μία μη ανεκτική κοινωνία). Δεν το κάνει, όμως, βαÏαίνοντας την ταινία του.
Με σκηνÎÏ‚ βγαλμÎνες από ταινίες του Î‘Î»Î¼Î¿Î´Î¿Î²Î¬Ï Î® του Φελίνι (χωÏίς όμως να τις αντιγÏάφει, αλλά κάνοντάς τις δικÎÏ‚ του), ο Πάνος ΚοÏÏ„Ïας αφηγείται Îνα παÏαμÏθι, Îνα σÏγχÏονο ταξίδι του ΟδυσσÎα -δεν είναι τυχαία η επιλογή του ονόματος ενός εκ των αδελφών. Ένα παÏαμÏθι πολÏχÏωμο, γεμάτο μουσική, χÏώμα, γλυφιτζοÏÏια, κουνÎλια, αλλά και κινδÏνους.
ΠαÏά τη αναφοÏικά μεγάλη διάÏκειά του, την απλότητα του σεναÏίου και τις ενίοτε αμήχανες σκηνÎÏ‚ των ηθοποιών, ο Όντι και ο Îτάνι είναι δÏο πλάσματα που σε κάνουν να καÏφώνεις το βλÎμμα τους πάνω τους.
Η σχÎση τους είναι αυτή που ενδιαφÎÏει τον σκηνοθÎτη και φÏοντίζει να την αναδείξει με κάθε Ï„Ïόπο. Είναι δÏο παιδιά που Ï€ÏÎπει να μάθουν να ζουν μόνα τους (η Îμφαση εδώ είναι στο παιδιά).
Και παÏά τις δυσκολίες που καλοÏνται να αντιμετωπίσουν θα Îχουν για πάντα την... Πάτι ΜπÏάβο.
Αυτή η ελαφÏότητα είναι που γοήτευσε και τους ξÎνους κÏιτικοÏÏ‚.
Η Liberation γÏάφει ότι η Îκπληξη είναι ότι ο δÏόμος «είναι χαÏοÏμενος, διασκεδαστικός, ηλιόλουστος Îντονος, οÏισμÎνες φοÏÎÏ‚ γÏαφικός και παÏ’ όλα αυτά καθοÏίζεται πάντα από μία αμετάκλητη ελαφÏότητα».
«Αυτή είναι ίσως η μεγαλÏτεÏη ομοÏφιά του Xenia [...] η επιμονή του σκηνοθÎτη στο χÏωματιστό χιοÏμοÏ, το παιδικό όνειÏο και τον εφιάλτη ενός Ï„ÏÎνου φαντάσματος εκτός ελÎγχου, το οποίο θυμίζει τη χώÏα του σήμεÏα» συνεχίζει η εφημεÏίδα.
«ΥπάÏχει μία camp πλευÏά στις διαδικασίες που ο ΚοÏÏ„Ïας επιτυχώς αντιπαÏαβάλει με τη σκληÏή Ï€Ïαγματικότητα της σÏγχÏονης Ελλάδας, μιας πανÎμοÏφης αλλά εχθÏικής χώÏας, κατεστÏαμμÎνης από τη συνεχιζόμενη οικονομική κÏίση, Îνα μÎÏος όπου η ξενοφοβία, ο Ïατσισμός και η ομοφοβία μοιάζουν να ανθίζουν ελεÏθεÏα» γÏάφει ο Hollywood Reporter, μιλώντας για μια «συγκινητική» ιστοÏία.
Αγγελική Στελλάκη


































