Στις 2 Οκτωβρίου, με τις κινητοποιήσεις να κλιμακώνονται, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ζήτησε από την κυβέρνηση να απαντήσει στα «δικαιολογημένα αιτήματα που βρίσκονται στη ρίζα του κοινωνικού κινήματος». Την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου εκπαιδευτικοί, εργαζόμενοι σε νοσοκομεία και σιδηροδρόμους βγήκαν στους δρόμους μαζί με μαθητές. Περίπου 1,6 εκατομμύρια άνθρωποι διαδήλωσαν σε πόλεις σε ολόκληρη τη Γαλλία για το υψηλό κόστος ζωής και τις περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες.
Η αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών δένεται με το δημοσιονομικό αδιέξοδο της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της ευρωζώνης. Η Γαλλία, ωστόσο, δεν ταυτίζεται με την Ελλάδα του 2011. Ο κορυφαίος ειδικός σε θέματα οικονομίας Βόλφγκανγκ Μυνχάου εκτιμά ότι η διαφορά αυτή ενδέχεται να κάνει την εικόνα ακόμη χειρότερη.
Η κρίση χρέους στην Ελλάδα ξέσπασε το 2010 και έφερε στο φως τις αδυναμίες της ευρωζώνης. Όταν οι αγορές σταμάτησαν να δανείζουν τη χώρα με βιώσιμα επιτόκια, ευρωπαϊκές χώρες και το ΔΝΤ της χορήγησαν δάνεια. Αντάλλαγμα ήταν περικοπές μισθών και συντάξεων, αυξήσεις φόρων και ιδιωτικοποιήσεις, δηλαδή τα μνημόνια.
Τα δημοσιονομικά προβλήματα της Γαλλίας και ο κίνδυνος να εξελιχθούν σε κρίση χρέους θυμίζουν με τον πιο ζοφερό τρόπο ότι η ευρωπαϊκή διαχείριση της Ελλάδας δεν έλυσε τα δομικά προβλήματα της ευρωζώνης. Τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά της αμφισβητεί ο Μυνχάου σε ανάλυσή του.
«Αυτό που μάθαμε τα τελευταία 15 χρόνια είναι ότι, αν ενταχθείς σε ένα ενιαίο νόμισμα, δεν πρέπει να σταματήσεις εκεί», λέει ο Μυνχάου. Προσθέτει πως «πρέπει να προχωρήσεις μέχρι τέλους. Σε αυτό το σημείο έκανε λάθος η ΕΕ. Μια ημιτελής νομισματική ένωση, που έχει μείνει στα μισά του δρόμου, δεν είναι βιώσιμη. Και όταν λέω μη βιώσιμη, δεν εννοώ κακή. Εννοώ απλώς ότι είτε θα καταστεί βιώσιμη είτε θα πάψει να υπάρχει».
Το 2011 η Ελλάδα χρωστούσε περίπου 350 δισ. ευρώ. Το χρέος της Γαλλίας έφτανε περίπου τα 3,6 τρισ. ευρώ, σχεδόν δέκα φορές υψηλότερο.
Αυτή τη στιγμή το κόστος δανεισμού της Γαλλίας μέσω δεκαετών ομολόγων ξεπερνά το 5%. Οι αντίστοιχες ιταλικές αποδόσεις κινούνται λίγο χαμηλότερα.
«Για να είμαστε σαφείς, κανένα από αυτά τα επιτόκια δεν βρίσκεται ακόμη σε επίπεδα κρίσης, αλλά πλησιάζουν. Μόλις τα επιτόκια υπερβούν ένα συγκεκριμένο όριο, τίθεται σε λειτουργία ένας φαύλος κύκλος. Τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, γεγονός που διευρύνει το δημοσιονομικό έλλειμμα, το οποίο με τη σειρά του αυξάνει τις ανάγκες δανεισμού, οδηγώντας σε νέα άνοδο των επιτοκίων».
Η ευθύνη που αποδίδεται στον Μακρόν
Για τη σημερινή δεινή κατάσταση ο Γερμανός αναλυτής στρέφει την ευθύνη στη διακυβέρνηση του Εμανουέλ Μακρόν. «Οι πολιτικές που ακολούθησε ο Μακρόν στα πρώτα χρόνια της θητείας του τον οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση. Η λιτότητα που επέβαλε η κυβέρνησή του τροφοδότησε περισσότερη βία, ενώ οι περικοπές στις δημόσιες επενδύσεις αποθάρρυναν τους ιδιώτες επενδυτές».
Κατά τον Μυνχάου, το τοπίο είναι τόσο πιεστικό που μοιάζει εξαιρετικά αμφίβολο να πετύχει οποιοσδήποτε υποψήφιος για τη γαλλική προεδρία τέσσερα πράγματα ταυτόχρονα: να θέσει υπό έλεγχο το δημοσιονομικό έλλειμμα, να αποφύγει τις κοινωνικές αναταραχές, να συμμορφωθεί με τους ευρωπαϊκούς κανόνες και να παραμείνει στην ευρωζώνη.
«Κάτι από όλα αυτά θα πρέπει να υποχωρήσει», σημειώνει.
Κανένας από τους βασικούς υποψηφίους για την προεδρία της Γαλλίας δεν θέλει αποχώρηση από την ευρωζώνη. Ο Μυνχάου δεν αποκλείει, πάντως, στάση πληρωμών, αν η Γαλλία αδυνατεί να εξυπηρετήσει το χρέος της. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα εκτός ευρώ, επειδή τα κρατικά ομόλογα χρησιμοποιούνται ως εγγυήσεις για τη ρευστότητα που λαμβάνουν οι τράπεζες από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η στάση πληρωμών δεν συνεπάγεται αυτομάτως έξοδο από το ευρώ, καθώς προηγούνται διαδικασίες.
Κατά την εκτίμησή του, η αποχώρηση από την ευρωζώνη μπορεί να αναδειχθεί στην ευκολότερη επιλογή, ιδίως αν ο μελλοντικός πρόεδρος δεν ενδιαφέρεται για τις συνέπειες στον υπόλοιπο κόσμο.
Η προσποίηση ότι όλα βρίσκονται υπό έλεγχο
Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε θα ξεσπάσει η κρίση. Ο Μυνχάου προειδοποιεί, όμως, ότι μόλις οι επενδυτές κρίνουν πως μια χώρα δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθει στην αποπληρωμή του χρέους της, τα επιτόκια θα αρχίσουν αναπόφευκτα να εκτοξεύονται.
«Αυτός είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου εκδηλώνεται σχεδόν κάθε χρηματοπιστωτική κρίση. Βρισκόμαστε στη φάση κατά την οποία όλοι εξακολουθούν να προσποιούνται ότι η κατάσταση είναι υπό έλεγχο και ότι το μόνο που χρειάζεται είναι οι κυβερνήσεις να εξοικονομήσουν λίγα χρήματα από εδώ και από εκεί. Στην πράξη, όμως, υπουργοί κάθε πολιτικής απόχρωσης δυσκολεύονται να το κάνουν», λέει.
Σε επιφανειακό επίπεδο, καταλήγει ο Μυνχάου, η κρίση του ευρώ τελείωσε όταν η ΕΚΤ στήριξε τις αγορές κρατικών ομολόγων μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης. Το υποκείμενο πρόβλημα της οικονομικής απόκλισης μεταξύ των κρατών-μελών, προσθέτει, δεν επιλύθηκε ποτέ πραγματικά, ενώ οι λύσεις είχαν σχεδιαστεί μόνο για μικρές οικονομίες.
Η διάσωση μιας οικονομίας στο μέγεθος της Γαλλίας θα απαιτούσε πολύ μεγαλύτερους πόρους από εκείνους που χρειάστηκαν για την Ελλάδα. Αυτό εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσον οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν μια τέτοια κρίση.
«Επομένως, αν μου πείτε ότι η Γαλλία δεν είναι Ελλάδα, θα συμφωνήσω ευχαρίστως, με τη μόνη προσθήκη ότι η κατάσταση είναι χειρότερη», λέει χαρακτηριστικά ο Γερμανός αναλυτής.

































