Μεγάλη παραμένει η μισθολογική απόσταση της Ελλάδας από τα υπόλοιπα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη Βουλγαρία να αποτελεί, κατά κανόνα, την εξαίρεση. Τα νέα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι ο ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 4,3% το 2025. Η χώρα, ωστόσο, μένει στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης, εικόνα που έρχεται σε αντίθεση με το κυβερνητικό αφήγημα περί «ευημερίας» των Ελλήνων.
Το 2025 ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης για τους εργαζομένους στην ΕΕ έφτασε τα 41.500 ευρώ. Σε σχέση με τα 39.800 ευρώ του 2024, η άνοδος είναι 4,3%. Σε απόλυτα μεγέθη, η ονομαστική αύξηση μέσα σε έναν χρόνο ανέρχεται σε 1.700 ευρώ.
Η μεταβολή δεν λαμβάνει υπόψη τον πληθωρισμό. Δεν σημαίνει, επομένως, αυτομάτως αντίστοιχη ενίσχυση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων.
Τον υψηλότερο μέσο ετήσιο μισθό πλήρους απασχόλησης στην ΕΕ κατέγραψε το Λουξεμβούργο, με 85.600 ευρώ. Ακολουθούν η Δανία με 73.500 ευρώ και η Ιρλανδία με 64.400 ευρώ.
Στο άλλο άκρο βρίσκονται η Βουλγαρία με 16.200 ευρώ, η Ελλάδα με 18.800 ευρώ και η Ουγγαρία με 20.100 ευρώ.
22.700 ευρώ κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ
Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, ο μέσος εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα εισπράττει ετησίως 22.700 ευρώ λιγότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ο ελληνικός μέσος μισθός αντιστοιχεί μόλις στο 45,3% του μέσου όρου της ΕΕ και η απόκλιση διαμορφώνεται στο 54,7%.
Ο μέσος μισθός στην ΕΕ είναι υψηλότερος κατά 120,7% από τον ελληνικό. Εργαζόμενος στο Λουξεμβούργο αμείβεται πάνω από 4,5 φορές περισσότερο από εργαζόμενο στην Αθήνα ή τη Σόφια.
Οι αποδοχές δεν καλύπτουν τα βασικά
Η ακρίβεια είναι εκτεταμένη και πλήττει σχεδόν ολόκληρη την Ευρώπη, ιδίως με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και την απότομη άνοδο των τιμών στην ενέργεια. Στην Ελλάδα, μαζί με τους χαμηλούς μισθούς, δυσχεραίνει την κάλυψη ακόμη και των απαραίτητων.
Στη χώρα ο γενικός πληθωρισμός επιταχύνθηκε εκ νέου τον Οκτώβριο του 2026 και ανήλθε στο 5,6%, από 5,1% τον Σεπτέμβριο, με αισθητές αυξήσεις σε προϊόντα πρώτης ανάγκης.
Η πίεση της ακρίβειας στα εισοδήματα αποτυπώνεται στην έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025. Για βασικές δαπάνες μιας στοιχειωδώς αξιοπρεπούς διαβίωσης, ένα νοικοκυριό χρειάζεται κάθε μήνα πάνω από 1.820 ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 5,5% σε σύγκριση με το 2024.
Το μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών, σε τρέχουσες τιμές, αφορά τα είδη διατροφής και τα μη οινοπνευματώδη ποτά (20,4%), τη στέγαση (14,7%) και τις μεταφορές (13,6%). Οι τρεις κατηγορίες απορροφούν σχεδόν το μισό μηνιαίο εισόδημα.
Το μικρότερο μερίδιο των δαπανών, 2,0%, καταγράφεται στην ασφάλεια και τις οικονομικές υπηρεσίες.
Τα νοικοκυριά που πληρώνουν ενοίκιο διαθέτουν, κατά μέσο όρο, το 23,4% του συνολικού μηνιαίου προϋπολογισμού τους για στέγαση. Από αυτό, το 17,3% αφορά την καταβολή του ενοικίου.
Υψηλές παραμένουν οι τιμές στα τρόφιμα
Την ίδια ώρα, οι τιμές στα είδη διατροφής μένουν υψηλές. Από το 2024 η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε στις εξής κατηγορίες:
- Καφές, τσάι και κακάο, 11,9%.
- Κρέας, 9,9%.
- Ψάρια, 8,0%.
- Ζάχαρη, μαρμελάδες, μέλι, σιρόπια και σοκολάτα, 6,5%.
- Φρούτα, 5,4%.
- Γαλακτοκομικά προϊόντα και αυγά, 4,9%.
- Μεταλλικά νερά, αναψυκτικά, χυμοί φρούτων και λαχανικών, 2,0%.
- Αλεύρι, ψωμί και δημητριακά, 2,0%.
- Λαχανικά, 0,6%.
Στην έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ επισημαίνεται ότι, παρά τα διαφορετικά πρότυπα κατανάλωσης ανά τύπο νοικοκυριού, η μεγαλύτερη δαπάνη σε όλους τους τύπους αφορά είδη διατροφής. Εξαίρεση αποτελούν τα μονομελή νοικοκυριά με μέλος ηλικίας μικρότερης των 65 ετών.

































