Οι Δημοκρατικοί στις ΗΠΑ έχουν βάσιμους λόγους ικανοποίησης από τις δημοσκοπήσεις για τις ενδιάμεσες εκλογές που γίνονται σήμερα, με αντικείμενο την ανάδειξη των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας για την επόμενη διετία. Στον μέσο όρο του RealClearPolling συγκεντρώνουν 51,8%, έναντι 43,3% των Ρεπουμπλικανών. Το κόμμα του Ρούσβελτ και του Κένεντι, όμως, έχει σοβαρή αιτία να κρατήσει χαμηλά τον ενθουσιασμό του.
Ιδίως ανάμεσα στους Δημοκρατικούς του Κογκρέσου θα εμφανιστεί η τάση να διαβαστούν τα αποτελέσματα ως απόρριψη, στο σύνολό τους, των υποσχέσεων του Τραμπ για την εξωτερική πολιτική ή ως επιλογή επιστροφής στο καθεστώς που ίσχυε πριν από εκείνον.
Η Έμα Άσφορντ, ανώτερη ερευνήτρια στο πρόγραμμα «Επαναπροσδιορισμός της Μεγάλης Στρατηγικής των ΗΠΑ» (Reimagining U.S. Grand Strategy) του Κέντρου Stimson, τους καλεί να κινηθούν με μεγαλύτερη προσοχή.
Σε ανάλυσή της στο Foreign Policy υποστηρίζει ότι θα ήταν φρονιμότερο να δουν το αποτέλεσμα ως ψήφο για ένα συγκεκριμένο θέμα: την απόρριψη του πολέμου με το Ιράν και ενός προέδρου που υποσχέθηκε ένα πράγμα και έπραξε κάτι άλλο.
Συμφωνεί με όσους εκτιμούν ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έκανε μια επιλογή εξωτερικής πολιτικής τόσο καταστροφική και τοξική, ώστε εξαγρίωσε τους ψηφοφόρους και, κατά πάσα πιθανότητα, γκρέμισε τις πιθανότητες του κόμματός του ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Πολλοί ψηφοφόροι είναι δυσαρεστημένοι με την κυβέρνηση Τραμπ για τους δασμούς, τη Βενεζουέλα, τη φαινομενική άρνηση του προέδρου απέναντι στις μακροχρόνιες συμμαχίες των ΗΠΑ και, πρωτίστως, για το Ιράν.
Για ποιον λόγο το Ιράν
Η εξωτερική πολιτική βρισκόταν κατά παράδοση χαμηλότερα από την οικονομία, την υγειονομική περίθαλψη ή την εγκληματικότητα στις προτεραιότητες των ψηφοφόρων. Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 σπάνε αυτό το μοτίβο.
Οι δημοσκοπήσεις τοποθετούν τον πόλεμο με το Ιράν ανάμεσα στα τρία σημαντικότερα ζητήματα για τους ψηφοφόρους αυτών των εκλογών. Σε έρευνα της Gallup, το 77% των ερωτηθέντων τον χαρακτηρίζει εξαιρετικά ή πολύ σημαντικό ζήτημα.
Ο λόγος είναι ότι ο πόλεμος αυτός έχει κάνει τη ζωή λιγότερο προσιτή οικονομικά για πολλούς Αμερικανούς, κυρίως επειδή ανέβασε το ενεργειακό κόστος. Επιπλέον συνιστά απροκάλυπτη και σαφή αθέτηση της προεκλογικής υπόσχεσης «όχι νέοι πόλεμοι».
Η Άσφορντ εκτιμά ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα έχαναν πιθανότατα έδαφος στο Κογκρέσο ούτως ή άλλως. Με τον πόλεμο στο Ιράν, όμως, οι απώλειές τους αναμένεται να είναι μεγαλύτερες.
Χωρίς επιστροφή στην εποχή πριν από τον Τραμπ
Παρ' όλα αυτά, η Αμερικανίδα ειδικός υπογραμμίζει ότι οι ψηφοφόροι εξοργίζονται από τον πόλεμο με το Ιράν και όχι, κατ' ανάγκην, από την ευρύτερη απόρριψη εκ μέρους του Τραμπ της παλιάς διακομματικής συναίνεσης στην εξωτερική πολιτική.
Στην πράξη, κατά την Άσφορντ, οι δημοσκοπήσεις δεν δείχνουν με σαφήνεια τι ακριβώς ζητούν οι Αμερικανοί ψηφοφόροι από την εξωτερική πολιτική, πέρα ίσως από λιγότερη εξωτερική πολιτική: περιορισμένο ρόλο στον κόσμο και μια γραμμή που θα εστιάζει στις ανάγκες των Αμερικανών.
Γι' αυτό, και ειδικά για τους Δημοκρατικούς, σημειώνει ότι θα ήταν λάθος να διαβαστούν υπερβολικά αυτές οι ενδιάμεσες εκλογές ως συνολική απόρριψη της αλλαγής στην εξωτερική πολιτική.
Μέσα στις πολιτικές του Τραμπ, που στο σύνολό τους είναι αντιδημοφιλείς, υπάρχουν και σημεία με τα οποία συμφωνούν οι Αμερικανοί, όπως τα καταγράφει η ίδια.
Εκεί εντοπίζει και την αντίφαση: παρότι πολλές επιλογές του Τραμπ προκαλούν δυσαρέσκεια, ορισμένες επιμέρους κινήσεις του στην εξωτερική πολιτική εξακολουθούν να έχουν σημαντική απήχηση στην αμερικανική κοινωνία.
Οι Αμερικανοί εκφράζουν γενικά στήριξη σε συμμαχίες όπως το ΝΑΤΟ, αλλά ένα σημαντικό ποσοστό θέλει οι Ευρωπαίοι να συνεισφέρουν περισσότερο στην άμυνα. Το 49% των Αμερικανών επιθυμεί περιορισμό της στρατιωτικής βοήθειας προς άλλες χώρες. Οι ψηφοφόροι δηλώνουν στους δημοσκόπους ότι αποδοκιμάζουν το κλείσιμο της Αμερικανικής Υπηρεσίας Διεθνούς Ανάπτυξης (USAID), όμως μόνο το 17% των Αμερικανών θέλει αύξηση της ανθρωπιστικής βοήθειας. Σε ευθεία αντίθεση με τις σκληρότερες θέσεις που κυριαρχούν στην Ουάσιγκτον, η πολιτική ύφεσης του Τραμπ απέναντι στην Κίνα είναι δημοφιλής. Μόλις το 40% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι οι ΗΠΑ πρέπει να επιδιώκουν ενεργά να ανακόψουν την άνοδο της κινεζικής ισχύος.
Το ότι οι ψηφοφόροι απέρριψαν μία καταστροφική επιλογή εξωτερικής πολιτικής, επισημαίνει, δεν σημαίνει πως είναι έτοιμοι να γυρίσουν στο καθεστώς που ίσχυε πριν από τον Τραμπ.
Η Άσφορντ συνιστά έτσι στους Δημοκρατικούς να μην ξοδέψουν τα επόμενα χρόνια κυνηγώντας αντιπαραθέσεις για θέματα όπως η παροχή όπλων στην Ουκρανία, την οποία στηρίζει μόνο μια μειοψηφία ψηφοφόρων και θεωρεί σημαντική μια ακόμη μικρότερη μειοψηφία.
Αντιθέτως, τόσο οι υποψήφιοι όσο και το Κογκρέσο θα ήταν φρόνιμο να πιέσουν έντονα τον Τραμπ σε ζητήματα ευρέως αντιδημοφιλή στο εκλογικό σώμα, όπως ο πόλεμος με το Ιράν, και ίσως να υιοθετήσουν ακόμη και τη ρητορική «Πρώτα η Αμερική», που ο Τραμπ έκανε δημοφιλή στην πρώτη του θητεία.
- Στην κύρια φωτογραφία ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μιλά σε δημοσιογράφους φτάνοντας στο αεροδρόμιο Ορλί του Παρισιού, έπειτα από τη Σύνοδο Κορυφής της G7 στη Γαλλία, στις 17 Ιουνίου 2026. (REUTERS/Evelyn Hockstein)

































