Το κύμα ακρίβειας που διατρέχει την Ευρώπη πιέζει ολοένα περισσότερο νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η οργή για το κόστος ζωής δυναμώνει, η κοινωνική δυσαρέσκεια διευρύνεται και η ακροδεξιά επιδιώκει να αξιοποιήσει την αναταραχή, με φόντο τις κρίσιμες εκλογές της επόμενης χρονιάς σε Γαλλία, Ιταλία και Πολωνία.
Διαδηλωτές κατεβαίνουν καθημερινά στους δρόμους και ακούγονται εκκλήσεις για γενικές απεργίες. Ακροδεξιοί ηγέτες της ηπείρου προσπαθούν να στρέψουν την κοινωνική αναταραχή προς όφελός τους. Εμφανίζουν τις κινητοποιήσεις ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της αποτυχίας φιλελεύθερων κυβερνήσεων και των πολιτικών ανοιχτών συνόρων, λέγοντας πως μόνο οι ίδιοι μπορούν να επαναφέρουν τον νόμο και την τάξη.
Οι κρίσιμες εκλογές σε Ισπανία, Γαλλία και Ιταλία απέχουν λίγους μήνες. Αυταρχικοί εθνικιστές θέλουν να μετατρέψουν το κύμα αναταραχής στους δρόμους σε πολιτικό όπλο. Η αναταραχή ξεκίνησε από ειρηνικές διαμαρτυρίες για το κόστος ζωής και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών. Στη συνέχεια, όμως, οι διαδηλώσεις άρχισαν να αλλάζουν μορφή.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης τοποθετήθηκαν χωρίς περιστροφές. Στη Γαλλία, πόλεις όπως το Παρίσι, η Μασσαλία και η Λυών αντιμετώπισαν εκτεταμένα επεισόδια και λεηλασίες. Ο ακροδεξιός Εθνικός Συναγερμός (RN) κατήγγειλε την ανικανότητα των κεντρώων και υποσχέθηκε αυστηρή καταστολή.
Στις 24 Οκτωβρίου 2026 διαδηλωτές έφταναν στη λεωφόρο Boulevard de l'Armee Jean Simon στο Παρίσι. Μαθητές λυκείου, φοιτητές, εκπαιδευτικοί, συνδικάτα και Κίτρινα Γιλέκα διαδήλωναν υπό βαριά επιτήρηση. Ζητούσαν πόρους για το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα και διαμαρτύρονταν για την επισφάλεια και το υψηλό κόστος ζωής.
Ο πρόεδρος του κόμματος, Ζορντάν Μπαρντελά, είπε ότι η κυβέρνηση ήταν «ανίσχυρη». Την Τετάρτη, η επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του RN, Μαρίν Λεπέν, δήλωσε ότι το κράτος «καταρρέει» και ότι έχει «χάσει τον έλεγχο των πάντων», μέσα σε «μεταναστευτικό, δημοσιονομικό και ασφαλιστικό χάος».
Η Λεπέν προηγείται στις δημοσκοπήσεις για τις προεδρικές εκλογές και επιδιώκει ψήφους πέρα από την παραδοσιακή της βάση. Έχει αποφύγει να αποδώσει ρητά φυλετικά χαρακτηριστικά στην αναταραχή. Την παρουσιάζει, ωστόσο, ως ευρύτερο αποτέλεσμα της αποτυχίας του κράτους και των πολιτικών που εφαρμόζονται, οι οποίες κατά την ίδια οδηγούν σε «αναρχική μετανάστευση» και σε «πλήρη απώλεια της εξουσίας».
Στις 6 Οκτωβρίου 2026, στο Παρίσι, η Λεπέν, βουλευτής του RN και υποψήφια για τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027, παραχώρησε συνέντευξη Τύπου. Εκεί παρουσίασε τον εναλλακτικό προϋπολογισμό του κόμματος για το 2027 και τη δημοσιονομική του στρατηγική.
Στη Γερμανία, όπου δεν σημειώθηκαν μεγάλες διαδηλώσεις, το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) καλλιέργησε φόβους ότι οι ταραχές θα μπορούσαν να επεκταθούν και πέρα από τα γαλλικά σύνορα. Η συμπρόεδρος Άλις Βάιντελ χαρακτήρισε τις «βίαιες ακρότητες» στη Γαλλία «προειδοποίηση για τη Γερμανία».
Η Βάιντελ συνέδεσε επίσης την αναταραχή με τη μετανάστευση. Έγραψε: «Ο επικίνδυνος συνδυασμός της μαζικής μετανάστευσης και του αριστερού εξτρεμισμού απειλεί να οδηγήσει και εδώ σε συνθήκες που θυμίζουν εμφύλιο πόλεμο… Μόνο με το AfD θα υπάρξει αλλαγή πορείας στο μεταναστευτικό!».
Στην Πορτογαλία, λαϊκιστές πολιτικοί αξιοποίησαν ειρηνικές διαδηλώσεις για να επιρρίψουν στη μετανάστευση την ευθύνη για τη στεγαστική κρίση. Ο Αντρέ Βεντούρα, επικεφαλής του ακροδεξιού Chega, υποστήριξε ότι η κρίση οφείλεται κυρίως σε μια «ανεξέλεγκτη εισροή ανθρώπων από το εξωτερικό».
Στην Ισπανία, η έξωση μιας 87χρονης γυναίκας από το σπίτι της πυροδότησε πανεθνικές κινητοποιήσεις ενάντια στη στεγαστική κρίση.
Στις 21 Οκτωβρίου 2026, στη Μαδρίτη, σχεδόν έναν μήνα μετά την έναρξη της κατασκήνωσης για τη στέγη στην πλατεία Σολ, εκατοντάδες σκηνές και πανό παρέμεναν στην πλατεία.
Οι μαζικές διαδηλώσεις ώθησαν παράλληλα τον σοσιαλιστή πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ να προκηρύξει πρόωρες εκλογές για τον επόμενο μήνα. Το ακροδεξιό Vox επιχείρησε να δαιμονοποιήσει τους διαδηλωτές, σύμφωνα με τον Guardian.
Το Vox επιχείρησε επίσης να συνδέσει το στεγαστικό πρόβλημα με τη μετανάστευση. Σε μήνυμα που δημοσίευσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον περασμένο μήνα, το κόμμα υποστήριξε ψευδώς ότι η 87χρονη, της οποίας η έξωση πυροδότησε τις μαζικές διαδηλώσεις, θα είχε σπίτι αν ήταν μετανάστρια από τη Βόρεια Αφρική.
Στο Βέλγιο, οι διαμαρτυρίες για το κόστος ζωής κλιμακώθηκαν επίσης σε συγκρούσεις στους δρόμους των Βρυξελλών και της Λιέγης. Οι ακροδεξιοί Φλαμανδοί εθνικιστές του Vlaams Belang παρουσίασαν τις ταραχές ως αποτυχία της πολιτικής ενσωμάτωσης των μεταναστών και των ανοιχτών συνόρων, χαρακτηρίζοντάς τες «εισαγόμενη βία».
Η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, έχει επιλέξει διαφορετική στρατηγική. Ως επικεφαλής ακροδεξιάς κυβέρνησης εδώ και τέσσερα χρόνια, δεν μπορεί απλώς να επιρρίψει την ευθύνη για τις αποτυχίες στο κράτος. Αντί γι' αυτό, έχει διευρύνει την ατζέντα της για τον νόμο και την τάξη και παρουσιάζει τους ταραξίες ως εξτρεμιστές.
Λαϊκιστικά κόμματα μπροστά στην ενεργειακή κρίση
Στη γειτονική Γερμανία, το AfD προηγείται στις εθνικές δημοσκοπήσεις, μετά τις σημαντικές επιδόσεις του σε τοπικές εκλογές. Έρευνα που δημοσιεύθηκε αυτόν τον μήνα δείχνει ότι το κόστος ζωής παρέμεινε η σημαντικότερη ανησυχία των Γερμανών για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά.
Ο πληθωρισμός στη Γερμανία εκτινάχθηκε τον Σεπτέμβριο στο υψηλότερο επίπεδο σχεδόν τριών ετών, ενώ ο πληθωρισμός στις τιμές της ενέργειας έφτασε το 14,9%. Οι εξελίξεις αυτές έδωσαν στο AfD πρόσθετα επιχειρήματα για να επιτεθεί στον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς.
Το AfD πιέζει για την αποκατάσταση των ενεργειακών σχέσεων με τη Ρωσία. Υποστηρίζει ότι η στήριξη του Βερολίνου προς την Ουκρανία είναι άσκοπη ενέργεια αυτοϋπονόμευσης, σε περίοδο κατά την οποία η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης και πολλές ενεργοβόρες επιχειρήσεις της αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες.
Η προηγούμενη εμπειρία δείχνει σύνδεση ανάμεσα στις υψηλές τιμές της ενέργειας και στην εκλογική απήχηση του AfD, δήλωσε στο Reuters ο Γιαν Στέκελ, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας της Κλιματικής Αλλαγής στο Πολυτεχνείο του Μονάχου.
«Τα λαϊκιστικά κόμματα συχνά παρουσιάζουν το ενεργειακό κόστος ως κάτι που θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί και το αποδίδουν στις επιλογές της κυβερνητικής πολιτικής… αντί να το συνδέουν με τις υποκείμενες γεωπολιτικές αναταράξεις που το προκαλούν», ανέφερε.
«Αυτές οι γεωπολιτικές αναταράξεις είναι… πολύ δυσκολότερο να εξηγηθούν. Και πιστεύω ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα κυβερνώντα κόμματα συχνά δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν το ζήτημα».
Το επιχείρημα αυτό κερδίζει έδαφος και σε άλλες χώρες.

































