
Η ηχορύπανση των πόλεων αυξάνει τον κίνδυνο νόσου Πάρκινσον
Ο θόρυβος της οδικής κυκλοφορίας δεν είναι απλώς μια καθημερινή όχληση για όσους ζουν στις μεγάλες πόλεις. Νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η μακροχρόνια έκθεση στην ηχορύπανση μπορεί προοδευτικά να βλάψει και την υγεία του εγκεφάλου, αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Πάρκινσον.
Αυτό είναι το κύριο συμπέρασμα μιας ευρείας δανικής μελέτης, που δημοσιεύτηκε στο JAMA Neurology, και η οποία ανέλυσε τα δεδομένα περισσότερων από τρία εκατομμύρια ατόμων.
Τι δείχνει η μελέτη;
Οι ερευνητές παρακολούθησαν κατοίκους της Δανίας ηλικίας άνω των 40 ετών, οι οποίοι δεν είχαν λάβει διάγνωση νόσου Πάρκινσον στην αρχή της μελέτης. Η περίοδος παρακολούθησης κάλυψε τα έτη 2000 έως 2017, επιτρέποντας στους επιστήμονες να εκτιμήσουν τη μακροχρόνια επίδραση του θορύβου στις οικιστικές περιοχές.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι για κάθε αύξηση περίπου 11 ντεσιμπέλ στην πιο θορυβώδη πλευρά ενός σπιτιού, ο κίνδυνος εμφάνισης της νόσου αυξανόταν περίπου κατά 3%. Ακόμη μεγαλύτερη σημασία φαινόταν να έχει η έκθεση από την πιο ήσυχη πλευρά της κατοικίας. Για κάθε αύξηση περίπου 9 ντεσιμπέλ στην λιγότερο εκτεθειμένη πλευρά του σπιτιού, ο κίνδυνος αυξανόταν κατά 4%.
Αν και τα ποσοστά μπορεί να φαίνονται μέτρια, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι ο θόρυβος της κυκλοφορίας αφορά ένα εξαιρετικά μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Κατά συνέπεια, ακόμη και μια μικρή μεταβολή του ατομικού κινδύνου μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία σε επίπεδο δημόσιας υγείας.
Πώς προστατεύει η ήσυχη πλευρά του σπιτιού;
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αποτελέσματα της μελέτης αφορά τη διάταξη και τη θέση της κατοικίας. Όταν μία από τις πλευρές του σπιτιού ήταν τουλάχιστον 10 ντεσιμπέλ πιο ήσυχη από την πλευρά που έβλεπε στον δρόμο, αυτό φαινόταν να λειτουργεί ως ένα είδος «καταφυγίου» απέναντι στη συνεχή έκθεση στον θόρυβο.
Η δυνατότητα να τοποθετηθεί το υπνοδωμάτιο ή ένας χώρος ανάπαυσης σε αυτή την πλευρά μπορεί να περιορίσει τη νυχτερινή επιβάρυνση και να προσφέρει στον οργανισμό περιόδους πραγματικής ησυχίας. Αντίθετα, όσοι ζουν σε κατοικίες χωρίς καμία ήσυχη πλευρά εκτίθενται σε πιο σταθερό θόρυβο, ιδίως κατά τη διάρκεια της νύχτας. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, αυτή η συνεχής έκθεση μπορεί να είναι πιο επιζήμια από έναν δυνατό αλλά περιστασιακό ήχο.
Πώς επηρεάζει ο θόρυβος τον εγκέφαλο;
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι ο σύνδεσμος μεταξύ θορύβου και νόσου Πάρκινσον είναι βιολογικά εύλογος και μπορεί να εξηγηθεί από διάφορους μηχανισμούς. Η χρόνια ηχορύπανση μπορεί να διαταράξει την ποιότητα και τη διάρκεια του ύπνου. Ο επαρκής ύπνος είναι απαραίτητος για την ανάκαμψη και την καλή λειτουργία του εγκεφάλου.
Επιπλέον, ο επίμονος θόρυβος ενεργοποιεί την απόκριση του οργανισμού στο στρες. Αυτή η παρατεταμένη διέγερση μπορεί να ευνοήσει τη φλεγμονή και το οξειδωτικό στρες, δύο διεργασίες που συνδέονται με βλάβες στα νευρικά κύτταρα. Αυτοί οι μηχανισμοί μπορούν να επηρεάσουν περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την παραγωγή ντοπαμίνης. Στη νόσο Πάρκινσον, η προοδευτική απώλεια των νευρώνων που παράγουν ντοπαμίνη οδηγεί στα κινητικά και μη κινητικά συμπτώματα που χαρακτηρίζουν τη νόσο.
Ένας περιβαλλοντικός παράγοντας που μπορεί να αλλάξει
Η ακριβής αιτία της νόσου Πάρκινσον παραμένει άγνωστη. Η ηλικία, η κληρονομικότητα και η έκθεση σε ορισμένους περιβαλλοντικούς παράγοντες φαίνεται να συμβάλλουν, με διαφορετικό βάρος, στην εμφάνισή της. Σε αντίθεση όμως με την ηλικία ή τα γονίδια, η ηχορύπανση αποτελεί έναν παράγοντα που μπορεί, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, να περιοριστεί.
«Η αναγνώριση περιβαλλοντικών παραγόντων δυνητικά τροποποιήσιμων αποτελεί προτεραιότητα για τη δημόσια υγεία», υπογραμμίζει ο Fernando Alonso Frech, νευρολόγος και ερευνητής στο HM CINAC Comprehensive Neuroscience Center, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη. Όπως εξηγεί, επειδή ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού εκτίθεται καθημερινά στον θόρυβο της οδικής κυκλοφορίας, ακόμη και μια σχετικά μικρή αύξηση του κινδύνου μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες σε επίπεδο δημόσιας υγείας.
Τα νέα αποτελέσματα, σύμφωνα με τον ίδιο, ενισχύουν την ανάγκη πολιτικών που στοχεύουν στον περιορισμό της αστικής ηχορύπανσης. Αυτές περιλαμβάνουν καλύτερο αστικό σχεδιασμό, τη δημιουργία ηχοπετασμάτων, τη μείωση της κυκλοφορίας στις οικιστικές ζώνες και τον σχεδιασμό κτιρίων με προσόψεις, υπνοδωμάτια και χώρους ανάπαυσης λιγότερο εκτεθειμένους στον θόρυβο.


































