Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Το ειδικό λεξιλόγιο της ιατρικής (Μέρος ΣΤ') Ημερομηνία:
Σήμερα 23/6/2026, 14:56 - Εμφανίσεις: 19
Παραπλήσιες απόψεις με τους πυθαγορείους –η πρώτη σχετική επισήμανση απαντά στον Αριστοτέλη, στο έργο του Μετά τα Φυσικά– εξεδήλωσε ο σύγχρονός τους Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης, κάνοντας λόγο για την ισονομία, την ισορροπία των αντιμαχόμενων δυνάμεων (θερμού και ψυχρού, ξηρού και υγρού κ.λπ.), που εξασφαλίζει την υγεία.
Ο κροτωνιάτης φιλόσοφος τάσσεται υπέρ της ισότιμης σχέσης των εναντίων, των αντίθετων δυνάμεων, καθώς πιστεύει ότι η μοναρχία, η επικράτηση δηλαδή του ενός εξ αυτών, είναι το αίτιο που προκαλεί τη νόσο.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται και η διαφορά του από τους πυθαγορείους, που μιλούν επίσης για ενάντιες δυνάμεις, αλλά θεωρούν πως η επιθυμητή αρμονία είναι ακριβώς το αποτέλεσμα της μοναρχίας, της ολοκληρωτικής νίκης του αριθμού επί της ύλης.
Σε ό,τι αφορά τώρα το ειδικό λεξιλόγιο των θεραπόντων της ιατρικής τέχνης στην αρχαία Ελλάδα, την ιατρική ορολογία που διαμορφώθηκε κατά κύριο λόγο από την εποχή του Ιπποκράτη και μετά, αυτή προέκυψε ως απόρροια της ανάγκης των ανθρώπων του κλάδου να περιγράψουν τα ιατρικά φαινόμενα, να εξηγήσουν τις αιτίες τους, να καλύψουν τις δικές τους εκφραστικές ανάγκες, αλλά και να διευκολύνουν τη μεταξύ τους επικοινωνία.
Οι πρώτοι ειδικοί της τέχνης, οι πρώτοι εκπρόσωποι της επιστημονικής ιατρικής, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν την αναγκαία για εκείνους ορολογία, προσέφευγαν τακτικά στη χρήση λέξεων ποιητικών (προερχομένων από το έπος ή την τραγωδία), στις οποίες φρόντιζαν να προσδώσουν έναν τεχνικό χαρακτήρα.
Τέτοιου είδους παραδείγματα είναι οι λέξεις αλάστωρ (α στερ.+λανθάνομαι, μολυσμένος), αλεξιφάρμακον (αλέξω+φάρμακον, αντίδοτο εναντίον του δηλητηρίου, αυτό που απωθεί ή εξουδετερώνει το δηλητήριο, λατινιστί remedium), άλκαρ (παράγωγο των αλκή/αλέξω, άμυνα, προστασία), ατρεμαίος (α στερ.+τρέμω, ήρεμος, γαλήνιος, ατάραχος), δνοφερός (παράγωγο του ουσιαστικού δνόφος, σκοτεινός, αμαυρός, σκούρος), πλάνος (πλάνη, σφάλμα), ωτειλή (παράγωγο του ρήματος ουτάω, που σημαίνει τραυματίζω/πληγώνω, πληγή, τραύμα, λατινιστ...