Ο μύθος της ισότητας: πώς η Γαλλία επιστρέφει σε μια κοινωνία κληρονόμων Ημερομηνία:
Σήμερα 25/1/2026, 17:00 - Εμφανίσεις: 21
Η Γαλλία αρέσκεται να βλέπει τον εαυτό της μέσα από το τρίπτυχο της Δημοκρατίας: ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη.
Όμως πίσω από το σύμβολο της égalité διαμορφώνεται εδώ και χρόνια μια πραγματικότητα που μοιάζει όλο και λιγότερο με υπόσχεση ίσων ευκαιριών και όλο και περισσότερο με επιστροφή στο παρελθόν.
Μια κοινωνία όπου η καταγωγή μετρά περισσότερο από την προσπάθεια και όπου ο πλούτος κληρονομείται αντί να κατακτάται.
Μια σύγχρονη «κληρονομοκρατία».
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά.
Σήμερα, το πλουσιότερο 10% των Γάλλων κατέχει πάνω από το μισό του συνολικού πλούτου της χώρας, ενώ το φτωχότερο 50% μοιράζεται λιγότερο από το 5%.
Η ψαλίδα δεν απλώς ανοίγει· βαθαίνει.
Μέσα σε λίγο περισσότερο από δύο δεκαετίες, η μέση περιουσία των φτωχότερων στρωμάτων μειώθηκε δραστικά, την ώρα που οι μεγάλες περιουσίες σχεδόν διπλασιάστηκαν.
Η συσσώρευση δεν είναι τυχαία· είναι δομική.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το βάρος της κληρονομιάς.
Περίπου το 60% του συνολικού πλούτου στη Γαλλία προέρχεται πλέον από μεταβιβάσεις, ποσοστό αισθητά υψηλότερο εν συγκρίσει με τις δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Τότε, η εργασία, η εκπαίδευση και η κοινωνική κινητικότητα επέτρεπαν σε ευρύτερα στρώματα να δημιουργήσουν περιουσία.
Σήμερα, η άνοδος μέσω του μισθού μοιάζει όλο και πιο ανέφικτη, ιδιαίτερα για όσους δεν αρχίζουν από προνομιούχα οικογενειακή αφετηρία.googletag.cmd.push(function() { googletag.display("300x250_m1"); });googletag.cmd.push(function() {googletag.display("300x250_middle_1")}) Η εικόνα θυμίζει έντονα τη Γαλλία του 19ου αιώνα, εκείνη που περιέγραφε ο Μπαλζάκ.
Μια κοινωνία μεγάλων οικογενειών, αριστοκρατίας και ανώτερης αστικής τάξης, όπου ο γάμος και η κληρονομιά αποτελούσαν βασικό μηχανισμό κοινωνικής ανόδου.
Η διαφορά είναι ότι σήμερα το κεφάλαιο δεν είναι στα κτήματα, αλλά σε ακίνητα υψηλής αξίας, χρηματοοικονομικά προϊόντα, μετοχές και επενδύσεις που αποφέρουν αποδόσεις ανεξάρτητα από την προσωπική εργασία.
Το σημείο καμπής εντοπίζεται στη δεκαετία του ’70.