Οι Έλληνες πρωταθλητές στη λήψη αντιβιοτικών - Το ψυγείο «αποθήκη» Ημερομηνία:
8/12/2023, 00:12 - Εμφανίσεις: 64
Τον κώδωνα του κινδύνου κρούουν οι επιστήμονες για τον κίνδυνο για τη δημόσια υγεία που συνιστά η θλιβερή πρωτιά της Ελλάδας στην κατάχρηση των αντιβιοτικών.
Σε συνέντευξη Τύπου που διοργανώθηκε από τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, το Ελληνικό Διαδημοτικό Δίκτυο Υγιών Πόλεων του Π.Ο.Υ και την Ελληνική Εταιρεία Χημειοθεραπείας, με αφορμή την Παγκόσμια Εβδομάδα για την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση για την αντοχή των μικροβίων στα αντιβιοτικά, τα στοιχεία είναι για άλλη μια χρονιά απογοητευτικά.
Στην έρευνα που γίνεται για 10η συνεχόμενη χρονιά από την KΑΠΑ Research, για λογαριασμό του ΙΣΑ και της Ελληνικής Εταιρείας Χημειοθεραπείας, διαφαίνεται ότι ένας στους τέσσερις Έλληνες φυλάσσει κάποιο αντιβιοτικό στο σπίτι για ώρα ανάγκης! Το ενθαρρυντικό είναι ότι με τη θέσπιση της υποχρεωτικής συνταγογράφησης των αντιβιοτικών το 2020, έχει μειωθεί σημαντικά η αλόγιστη χρήση τους.
Η μείωση όμως, σύμφωνα με τους επιστήμονες, είναι «εύθραυστη» εάν δεν αλλάξουμε νοοτροπία.
Ένα σημαντικό ποσοστό εξακολουθεί να κρατά αντιβιοτικά στο ψυγείο του σπιτιού του Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, 3 στους 4 Έλληνες πήραν κάποιο αντιβιοτικό τους τελευταίους 12 μήνες, ενώ δύο στους δέκα δεν έχουν πάρει ποτέ αντιβιοτικό.
Το 16% πήραν αντιβιοτικό για οδοντιατρικούς λόγους, ένα 21% για διάφορους λόγους σοβαρών ασθενειών ή χειρουργικών επεμβάσεων, ένα 11% για αντιμετώπιση λοιμώξεων και ένα ποσοστό 19% αναφέρουν ως αιτία τον επίμονο βήχα και προβλήματα με αναπνευστικό ή βρογχίτιδες.
Ένα πρώτο θετικό συμπέρασμα που διαφαίνεται από τα στοιχεία είναι, πως την τελευταία δεκαετία έχει μειωθεί σημαντικά το ποσοστό εκείνων που παίρνουν αντιβιοτικά χωρίς συνταγή (από 16% το 2013 στο 6% το 2023).
Από τη μείωση το σημαντικότερο μέρος της καταγράφεται την τελευταία διετία (από 12% το 2021 στο 6% το 2023).
Παρόλα αυτά, ένα σημαντικό ποσοστό 32% συνεχίζουν να κρατούν αντιβιοτικά στο ψυγείο του σπιτιού τους για ώρα ανάγκης (το ποσοστό αυτό είναι ελαφρά μειωμένο εν συγκρίσει με το 2013 που ήταν 36%).