Ηπαρίνες: Έξι φορές πάνω οι τιμές εισαγωγής για το ΙΦΕΤ Ημερομηνία:
31/5/2023, 10:36 - Εμφανίσεις: 33
Σε επικίνδυνο μπρα-ντε-φερ εξελίσσεται η υπόθεση της έλλειψης ηπαρινών, καθώς ήδη από τον περασμένο Οκτώβριο δύο εταιρείες που διακινούν το 75% των ποσοτήτων κλασικής ηπαρίνης και ηπαρινών χαμηλού μοριακού βάρους έχουν δηλώσει προοπτική διακοπή της κυκλοφορίας βασικών σκευασμάτων ηπαρίνης στη χώρα μας.
Παρά την σχετική γνωστοποίηση στον ΕΟΦ, το μόνο που έχει γίνει από την αρχή της χρονιάς είναι δύο άκαρπες συναντήσεις μεταξύ των πέντε φαρμακευτικών που διακινούν αυτή την κατηγορία των φαρμάκων, με την Επιτροπή Διαπραγμάτευσης.
Ο λόγος της αδυναμίας διαπραγμάτευσης είναι το γεγονός ότι η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης δεν αναγνωρίζει το πρόβλημα των ελλείψεων και ζητά πρόσθετες εκπτώσεις, ενώ την ίδια στιγμή, όλες οι επιμέρους υπηρεσίες δηλώνουν αναρμοδιότητα (στην πιστοποίηση των ελλείψεων), παραπέμποντας η μία στην άλλη και όλες μαζί στο υπουργείο Υγείας, ανεξάρτητα αν οι καθυστερήσεις και οι ελλείψεις θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή σοβαρά ασθενών που χρειάζονται τα εν λόγω προϊόντα.
Μέρος του προβλήματος επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί με έκτακτες εισαγωγές από το ΙΦΕΤ, για να καλυφθούν ανάγκες που σχετίζονται μόνο με τις κλασικές ηπαρίνες σε ποσότητες που θα καλύψουν τον πληθυσμό ως τον Αύγουστο, όμως και πάλι, όπως συνέβη με τα αντιδιαβητικά ενέσιμα φάρμακα, οι τιμές είναι πολλαπλάσιες αυτών που προβλέπονται εδώ.
Πιο συγκεκριμένα, οι κλασικές ηπαρίνες κυκλοφορούν στην Ελλάδα σε τιμή 30 ευρώ, τιμή επί της οποίας εκτιμώνται οι υποχρεωτικές επιστροφές rebate και clawback, όταν η χαμηλότερη τιμή της Ευρώπης είναι 60 ευρώ και η τιμή που θα έπρεπε να έχουν τα σκευάσματα σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία (οι δύο φθηνότερες τιμές της Ευρωζώνης) είναι 80 ευρώ.
Όμως το ΙΦΕΤ, κατάφερε να εντοπίσει περίπου 50.000 συσκευασίες κλασικής ηπαρίνης – ποσότητα που αντιστοιχεί σε ανάγκες 5 μηνών – σε τιμή 170-180 ευρώ ανά συσκευασία, επιβαρύνοντας τους προϋπολογισμούς των νοσοκομείων με 8,5 εκατ.
ευρώ, μόνο για τη συγκεκριμένη κατηγορία φαρμάκων, όταν η τιμολόγηση στα 60 ευρώ θα κόστιζε 3 εκατ.