Οι γυναίκες που μένουν έγκυες μέσα σε ένα χρόνο από τότε που υπήρξε θνησιγένεια (θάνατος μέσα στη μήτρα έπειτα από την 22η εβδομάδα της κύησης) του προηγούμενου μωρού τους δεν αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να συμβεί κάτι ανάλογο, ούτε να γεννήσουν μωρό πρόωρο (πριν από την 37η εβδομάδα) ή λιποβαρές, σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική μελέτη, τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα πάνω στο ζήτημα.
Η έρευνα επισημαίνει ότι μια γυναίκα δεν χρειάζεται να αναμένει τουλάχιστον δύο χρόνια έπειτα από μια θνησιγένεια μέχρι να ξαναμείνει έγκυος.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής την επίκουρη καθηγήτρια επιδημιολογίας Ανέτ Ρέγκαν της Σχολής Δημόσιας Υγείας του αυστραλιανού Πανεπιστημίου Κέρτιν, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «The Lancet», ανέλυσαν στοιχεία για σχεδόν 14.500 γεννήσεις από γυναίκες που είχαν θνησιγένεια στη διάρκεια της προηγούμενης κύησης.
Τα στοιχεία αφορούσαν διάστημα 37 χρόνων (1980-2016) σε τρεις χώρες (Αυστραλία, Φινλανδία, Νορβηγία). Δε εντοπίστηκαν πιο αυξημένοι κίνδυνοι για μια γυναίκα αν έμενε έγκυος μέσα στο επόμενο έτος απ’ ό,τι αν μεσολαβούσε περισσότερος χρόνος (24 έως 59 μήνες).
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συμβουλεύει τις γυναίκες να περιμένουν τουλάχιστον δύο χρόνια μετά από μια προηγούμενη φυσιολογική γέννα και τουλάχιστον έξι μήνες έπειτα από μια αποβολή ή άμβλωση, προτού μείνουν έγκυες ξανά.
Όμως, δεν έχει κάποια συμβουλή για το ιδανικό χρονικό διάστημα που πρέπει να μεσολαβήσει μετά από μια θνησιγένεια, καθώς έως τώρα παρευρίσκονταν λίγα στοιχεία πάνω σε αυτό το ζήτημα – ένα κενό που ήλθε να καλύψει η νέα μελέτη.
«Τα ευρήματα μάς δείχνουν με συνέπεια ότι ένα διάστημα λιγότερο του ενός έτους ανάμεσα στις δύο κυήσεις δεν σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο στην επόμενη γέννα να υπάρξει ξανά θνησιγένεια, εν συγκρίσει με ένα χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο χρόνων. Περίπου 3,5 στις 1.000 γεννήσεις στις χώρες υψηλού εισοδήματος καταλήγουν σε θνησιγένεια, αλλά υπάρχουν περιορισμ...
Πηγή/Περισσότερα: in.gr


































