Οι περισσότεροι γονείς, έρχονται κάποια στιγμή αντιμέτωποι με μια απροθυμία των παιδιών τους να πάνε στο σχολείο. Το φαινόμενο αυτό τις περισσότερες φορές είναι περιστασιακό και λίγα παιδιά επιμένουν σ’ αυτή τους την στάση. Γενικώς, η «σχολική άρνηση» ορίζεται ως η ακούσια μη παρακολούθηση του σχολείου, η οποία συνοδεύεται από άγχος και καταθλιπτική διάθεση.
Αρκετά συχνά η «σχολική άρνηση» ταυτίζεται ή συνδέεται με τη «σχολική φοβία» καθώς περιέχει τον φόβο εγκατάλειψης του σπιτιού και το άγχος του αποχωρισμού του παιδιού από τη μητέρα του.
Μπορούμε να πούμε ότι ένα παιδί πάσχει από «σχολική άρνηση», σύμφωνα με τον Berg (1969), όταν:
Εμφανίζει σοβαρή δυσκολία να πάει στο σχολείο, με αποτέλεσμα την μακροχρόνια αποχή.
Εκδηλώνει έντονο φόβο, ταραχή, ξεσπάσματα θυμού, στομαχόπονο και άλλα σωματικά συμπτώματα όταν πρόκειται να πάει στο σχολείο. Τα συμπτώματα αυτά υποχωρούν συνήθως σε περιόδους αργιών, διακοπών και Σαββατοκύριακων που τα παιδιά δε χρειάζεται να πάνε στο σχολείο.
Παραμένει στο σπίτι ενώ θα έπρεπε να είναι στο σχολείο, εν γνώσει των γονέων.
Παρουσιάζει σοβαρή αντικοινωνική διαταραχή (ψευδολογία, άσκοπη περιπλάνηση, καταστροφικότητα).
Δεν υπήρξε κάποιο τραυματικό συμβάν στο σχολικό περιβάλλον που θα μπορούσε να αιτιολογήσει αυτή την άρνηση.
Οι αιτίες που θα μπορούσε να οδηγήσουν σε «σχολική άρνηση» ποικίλλουν. Πολλές όμως έρευνες αναφέρουν ως κύρια αιτία το άγχος αποχωρισμού. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει σε έρευνά του ο Broadwin (1932), «τα παιδιά φοβούνται ότι κάτι άσχημο θα συμβεί στις μητέρες τους και αυτό τα κάνει να τρέχουν σπίτι για επαναβεβαίωση και χαλάρωση του άγχους».
Παράγοντες που συχνά πυροδοτούν την εκδήλωση της «σχολικής άρνησης» είναι:
Άσχημα οικογενειακά γεγονότα (θάνατος ή αρρώστια συγγενικού προσώπου, χωρισμός).
Ασθένεια του ίδιου του παιδιού που το ανάγκασε να απέχει από το σχολείο.
Πηγή/Περισσότερα: in.gr


































