EΠIKAIPO, είναι με μία λέξη το βιβλίο του οικονομολόγου-δικηγόρου Δημήτρη Μπάτση «Η βαρεία βιομηχανία στην Ελλάδα», που επανακυκλοφορεί με «ιδιαίτερη υπερηφάνεια», όπως υπογραμμίζουν στο σημείωμά τους οι εκδόσεις «Κέδρος». Ο συγγραφέας άνηκε στην ανώτερη κοινωνική διαστρωμάτωση της εποχής του. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1916. Ο πατέρας του ήταν ο ναύαρχος Α. Μπάτσης. Σπούδασε Νομικά και Οικονομικά και ασχολήθηκε με την κοινωνιολογία και τα οικονομικά και ιδιαίτερα με τη μαρξιστική θεωρία. Εργάστηκε ως δικηγόρος της Αθήνας και έγινε γνωστός για την πνευματική του παρουσία και δράση. Υπήρξε εκδότης του 15ήμερου περιοδικού «Ανταίος», που κυκλοφόρησε μεταξύ 1945-1951.
Το νήμα της ζωής του συγγραφέα κόπηκε από σφαίρα του εκτελεστικού αποσπάσματος στις 30 Μαρτίου 1952 στα 35 του χρόνια. Tο δικαστήριο του επέβαλε τη θανατική ποινή μαζί με αυτήν του Νίκου Μπελογιάννη, του Ηλία Αργυριάδη και του Ν. Καλούμενου. Το βιβλίο «Η βαρεία βιομηχανία στην Ελλάδα» κυκλοφόρησε στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, το 1947, από τον εκδοτικό οίκο «Τα Νέα Βιβλία – Α.Ε.» με επιμέλεια του ίδιου του συγγραφέα και όπως σημείωνε στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης ο καθηγητής Ν. Κιτσίκης: «Η βαρεία βιομηχανία σαν βασικός συντελεστής στην εσωτερική συγκρότηση και οργανική ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας είναι η κύρια οικονομική θέση του έργου». Συνοπτικά το βιβλίο διαρθρώνεται σε τρία κεφάλαια που αφορούν τη βιομηχανία στην Ελλάδα: «Η αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πόρων», «Το οικονομικό σχέδιο για την εκβιομηχάνιση» και «Εκβιομηχάνιση και βιωσιμότητα». Η Ελλάδα πρέπει να γίνει οικονομικά και εθνικά πραγματικά ελεύθερη, σημειώνει στον πρόλογο ο ίδιος ο συγγραφέας και τότε θα «σπάσουν τα δεσμά και θα αλλάξει ριζικά η διάρθρωση της σημερινής οικονομίας μας, θα ανοίξει δηλαδή ο δρόμος για να λυτρωθούν οι πιο ενεργές παραγωγικές και άξιες δυνάμεις της νεοελληνικής κοινωνίας μας». Ο δρόμος αυτός, υποστήριζε ο Δημήτρης Μπάτσης, θα οδηγήσει στην «ορθολογική διάγνωση και οργάνωση και στη σχεδιασμένη ανάπτυξη της εθνικής μας οικονομίας, στη δημιουργία ανώτερης τεχνικής βάσης, στη γοργή συσσώρευση των οικονομικών αυτών δυνατοτήτων και μέσων που θα δώσουν την ευκαιρία να ανθήσει και σε μας μια γερή, προοδευτική-προοδεμένη κοινωνική ζωή». Στο έργο του Δημήτρη Μπάτση αναπτύσσονται οι απόψεις των τεχνικών για τις δυνατότητες της βαρειάς μεταλλουργικής και χημικής βιομηχανίας. Oπως συνεχίζει ειδικά για αυτό το θεμα στον πρόλογο της έκδοσης ο Ν. Κιτσίκης: «Δίνονται τα συμπεράσματα των τεχνικών μελετών, αναφορικά με την ύπαρξη των προϋποθέσεων, δηλαδή του ορυκτού και ενεργειακού πλούτου, διατυπώνονται κρίσεις για την αξία των αριθμών που χαρακτηρίζουν τον όγκο των αποθεμάτων και το ενεργειακό δυναμικό. […] Κόστος, τιμή και κατανομή της ηλεκτρενέργειας γίνονται αντικείμενο λεπτολόγου διερεύνησης και το ενεργειακό βρίσκει τη λύση του στο πλαίσιο της λαϊκής ανοικοδόμησης». Ακόμα αναλύονται στις σελίδες του βιβλίου και οι μηχανισμοί πλουτισμού που συνδέθηκαν με την παραλαβή, κατεργασία και διανομή των εφοδίων της ΟΥΝΡΑ στη μόλις ελευθερωμένη από τις δυνάμεις κατοχής Ελλάδα.
Oπως σημειώνει: «Eίναι γνωστό ότι από την ημέρα που άρχισαν να έρχονται τα εφόδια της ΟΥΝΡΑ στη χώρα μας, άρχισε ταυτόχρονα αγώνας όλων των εμπορικών, τραπεζιτικών και βιομηχανικών συγκροτημάτων για τη χρησιμοποίησή τους ως μέσου αύξησης του κεφαλαίου και της εξαγωγής μεγάλου υπερκέρδους. Είναι γνωστός ο αγώνας των βιομηχάνων να μετατρέψουν τη βιομηχανοποίηση των κλωστοϋφαντουργικών υλών σε επικερδέστατη επιχείρηση». Στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου (το 1977 από τις εκδόσεις «Κέδρος») στην εισαγωγή της η Eλλη Παππά υπογραμμίζει: «Ο αναγνώστης […] δεν θα δυσκολευτεί να αναγνωρίσει πως σ' αυτή τη μελέτη του 1947 έχουν τεθεί τα βασικά προβλήματα ανάπτυξης μιας χώρας εξαρτημένης και υπανάπτυκτης, χώρας "περιφερειακής", όπως θα λέγαμε σήμερα, και προτείνονται λύσεις επιστημονικά θεμελιωμένες και, μαζί, συγκεκριμένες». Επίσης, η Ελλη Παππά υπογραμίζει ότι ο Δημήτρης Μπάτσης δεν ήταν τυχαίο ότι εκτελέστηκε πλάι στον Νίκο Μπελογιάννη και επίσης «ότι μια γενιά Ελλήνων αγνόησε την ύπαρξη του βιβλίου και του συγγραφέα του, κι αυτό δεν ήταν τυχαίο: Το "κατεστημένο" […] είχε πολλές και μεγάλες ενοχές για να μπορέσει να σταθεί στο έργο του Μπάτση και να αντλήσει απ' αυτό έστω και λίγα διδάγματα».
Πηγή: Express.gr
Το νήμα της ζωής του συγγραφέα κόπηκε από σφαίρα του εκτελεστικού αποσπάσματος στις 30 Μαρτίου 1952 στα 35 του χρόνια. Tο δικαστήριο του επέβαλε τη θανατική ποινή μαζί με αυτήν του Νίκου Μπελογιάννη, του Ηλία Αργυριάδη και του Ν. Καλούμενου. Το βιβλίο «Η βαρεία βιομηχανία στην Ελλάδα» κυκλοφόρησε στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, το 1947, από τον εκδοτικό οίκο «Τα Νέα Βιβλία – Α.Ε.» με επιμέλεια του ίδιου του συγγραφέα και όπως σημείωνε στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης ο καθηγητής Ν. Κιτσίκης: «Η βαρεία βιομηχανία σαν βασικός συντελεστής στην εσωτερική συγκρότηση και οργανική ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας είναι η κύρια οικονομική θέση του έργου». Συνοπτικά το βιβλίο διαρθρώνεται σε τρία κεφάλαια που αφορούν τη βιομηχανία στην Ελλάδα: «Η αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πόρων», «Το οικονομικό σχέδιο για την εκβιομηχάνιση» και «Εκβιομηχάνιση και βιωσιμότητα». Η Ελλάδα πρέπει να γίνει οικονομικά και εθνικά πραγματικά ελεύθερη, σημειώνει στον πρόλογο ο ίδιος ο συγγραφέας και τότε θα «σπάσουν τα δεσμά και θα αλλάξει ριζικά η διάρθρωση της σημερινής οικονομίας μας, θα ανοίξει δηλαδή ο δρόμος για να λυτρωθούν οι πιο ενεργές παραγωγικές και άξιες δυνάμεις της νεοελληνικής κοινωνίας μας». Ο δρόμος αυτός, υποστήριζε ο Δημήτρης Μπάτσης, θα οδηγήσει στην «ορθολογική διάγνωση και οργάνωση και στη σχεδιασμένη ανάπτυξη της εθνικής μας οικονομίας, στη δημιουργία ανώτερης τεχνικής βάσης, στη γοργή συσσώρευση των οικονομικών αυτών δυνατοτήτων και μέσων που θα δώσουν την ευκαιρία να ανθήσει και σε μας μια γερή, προοδευτική-προοδεμένη κοινωνική ζωή». Στο έργο του Δημήτρη Μπάτση αναπτύσσονται οι απόψεις των τεχνικών για τις δυνατότητες της βαρειάς μεταλλουργικής και χημικής βιομηχανίας. Oπως συνεχίζει ειδικά για αυτό το θεμα στον πρόλογο της έκδοσης ο Ν. Κιτσίκης: «Δίνονται τα συμπεράσματα των τεχνικών μελετών, αναφορικά με την ύπαρξη των προϋποθέσεων, δηλαδή του ορυκτού και ενεργειακού πλούτου, διατυπώνονται κρίσεις για την αξία των αριθμών που χαρακτηρίζουν τον όγκο των αποθεμάτων και το ενεργειακό δυναμικό. […] Κόστος, τιμή και κατανομή της ηλεκτρενέργειας γίνονται αντικείμενο λεπτολόγου διερεύνησης και το ενεργειακό βρίσκει τη λύση του στο πλαίσιο της λαϊκής ανοικοδόμησης». Ακόμα αναλύονται στις σελίδες του βιβλίου και οι μηχανισμοί πλουτισμού που συνδέθηκαν με την παραλαβή, κατεργασία και διανομή των εφοδίων της ΟΥΝΡΑ στη μόλις ελευθερωμένη από τις δυνάμεις κατοχής Ελλάδα.
Oπως σημειώνει: «Eίναι γνωστό ότι από την ημέρα που άρχισαν να έρχονται τα εφόδια της ΟΥΝΡΑ στη χώρα μας, άρχισε ταυτόχρονα αγώνας όλων των εμπορικών, τραπεζιτικών και βιομηχανικών συγκροτημάτων για τη χρησιμοποίησή τους ως μέσου αύξησης του κεφαλαίου και της εξαγωγής μεγάλου υπερκέρδους. Είναι γνωστός ο αγώνας των βιομηχάνων να μετατρέψουν τη βιομηχανοποίηση των κλωστοϋφαντουργικών υλών σε επικερδέστατη επιχείρηση». Στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου (το 1977 από τις εκδόσεις «Κέδρος») στην εισαγωγή της η Eλλη Παππά υπογραμμίζει: «Ο αναγνώστης […] δεν θα δυσκολευτεί να αναγνωρίσει πως σ' αυτή τη μελέτη του 1947 έχουν τεθεί τα βασικά προβλήματα ανάπτυξης μιας χώρας εξαρτημένης και υπανάπτυκτης, χώρας "περιφερειακής", όπως θα λέγαμε σήμερα, και προτείνονται λύσεις επιστημονικά θεμελιωμένες και, μαζί, συγκεκριμένες». Επίσης, η Ελλη Παππά υπογραμίζει ότι ο Δημήτρης Μπάτσης δεν ήταν τυχαίο ότι εκτελέστηκε πλάι στον Νίκο Μπελογιάννη και επίσης «ότι μια γενιά Ελλήνων αγνόησε την ύπαρξη του βιβλίου και του συγγραφέα του, κι αυτό δεν ήταν τυχαίο: Το "κατεστημένο" […] είχε πολλές και μεγάλες ενοχές για να μπορέσει να σταθεί στο έργο του Μπάτση και να αντλήσει απ' αυτό έστω και λίγα διδάγματα».
Πηγή: Express.gr


































