Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι στριμωγμένος, χωρίς όμως να έχει τεθεί εκτός μάχης. Αν δεν προκύψει κάτι απρόβλεπτο, θα μείνει στο Οβάλ Γραφείο για δύο ακόμη χρόνια και δέκα εβδομάδες. Ο Λευκός Οίκος το υπενθύμισε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τόνο που έμοιαζε σχεδόν παρακλητικός:
«Δημόσια ανακοίνωση: Ο Τραμπ εξακολουθεί να είναι ο πρόεδρός σας».
Δεν είναι, πάντως, ο μόνος λόγος για να μετριαστούν οι πανηγυρισμοί που ξέσπασαν διεθνώς μετά το δημοκρατικό κύμα, το οποίο έπληξε τους Ρεπουμπλικανούς ακόμη και στα πιο σταθερά εκλογικά τους κάστρα.
Τα αποτελέσματα της Τρίτης δίνουν ωστόσο πραγματική αφορμή ικανοποίησης εκτός ΗΠΑ. Οι ήττες συμμάχων του Τραμπ στη Σερβία και τη Βραζιλία λειτούργησαν, κατά τον Guardian, σαν «απολαυστικό ορεκτικό». Το κυρίως πιάτο ήταν ό,τι συνέβη στην Αμερική.
Δεν επρόκειτο για τη συνηθισμένη υποχώρηση που καταγράφεται συχνά στις ενδιάμεσες. Η δεύτερη προεδρία Τραμπ και ο τραμπισμός απορρίφθηκαν συνολικά.
Στη λαϊκή ψήφο για τη Βουλή των Αντιπροσώπων οι Δημοκρατικοί κατέγραψαν μετατόπιση 16 ποσοστιαίων μονάδων. Το μέγεθος ξεπέρασε και το 11,2% των ενδιάμεσων του Νοεμβρίου του 1974, έπειτα από την παραίτηση του Ρίτσαρντ Νίξον υπό το βάρος του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ.
Επί μήνες ο Τραμπ είχε καταβάλει έντονη προσπάθεια να υπονομεύσει την αναμέτρηση. Είτε επιδίωκε να ξαναχαράξει τις εκλογικές περιφέρειες υπέρ των Ρεπουμπλικανών είτε προετοίμαζε το έδαφος για μεταγενέστερους ισχυρισμούς περί νοθείας.
Η προσπάθεια δεν απέδωσε.
Στις 4 Νοεμβρίου 2026 ο Λευκός Οίκος ανήρτησε και το μήνυμα «Thank you for your attention to this matter».
Σταματά η διεθνής προέλαση της Ακροδεξιάς;
Έξω από τις ΗΠΑ είναι έντονος ο πειρασμός να διαβαστεί η στιγμή ως εκτροχιασμός του αυταρχικού, εθνικιστικού και λαϊκιστικού ρεύματος που διατρέχει μεγάλο μέρος της πολιτικής σκηνής εδώ και μία δεκαετία.
Η πτώση του Βίκτορ Όρμπαν τον Απρίλιο στάθηκε κομβική. Η ταπείνωση του Τραμπ, όμως, είχε πάντα μεγαλύτερο βάρος. Χάρη στην τεράστια ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Τραμπ υπήρξε επί δέκα χρόνια η κινητήρια δύναμη της Illiberal International, του διεθνούς δικτύου πολιτικών δυνάμεων που αμφισβητούν τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Η μηχανή αυτή αρχίζει τώρα να «ρετάρει».
Ο κίνδυνος είναι η εκλογική επιτυχία της Τρίτης να φέρει εφησυχασμό σε όσους ως σήμερα αντιστέκονται στον εθνικιστικό λαϊκισμό.
Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με επανάληψη του λάθους που έκανε ο ίδιος ο Τραμπ, μαζί με πολλούς άλλους, τον Νοέμβριο του 2024.
Τότε διάβασε τη νίκη του επί της Κάμαλα Χάρις όχι ως δυσαρέσκεια των πολιτών για την ακρίβεια σε τρόφιμα και καύσιμα, αλλά ως μόνιμη «πολιτισμική μετατόπιση» και ως εντολή να μετατρέψει τις ΗΠΑ σε αυταρχικό καθεστώς.
Θεώρησε ότι είχε εντολή να αποδομήσει τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες, να επιτρέψει σε μασκοφόρους άνδρες να απαγάγουν και να πυροβολούν Αμερικανούς πολίτες στους δρόμους, να ανοίξει έναν πόλεμο καταδικασμένο και καταστροφικό και να γεμίσει την πρωτεύουσα με μνημεία αφιερωμένα στη δική του ματαιοδοξία, ενώ ο ίδιος και ο στενός του κύκλος πλούτιζαν.
Σε συνθήκες ήττας, ο Τραμπ θα μπορούσε να γίνει «θηρίο στριμωγμένο στη γωνία».
Στις 2 Νοεμβρίου 2026 ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έφτασε στην Ουάσινγκτον για ομιλία εν όψει των ενδιάμεσων, στην πισίνα του Μνημείου του Λίνκολν, η οποία είχε ανοίξει ξανά έπειτα από μήνες εργασιών επισκευής.
Ο τραμπισμός παραμένει
Το ανάλογο λάθος, είτε στις ΗΠΑ είτε στην Ευρώπη, θα ήταν να εκληφθούν τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων ως το τέλος της απειλής Τραμπ και ως προάγγελος σύντομης επιστροφής στην κανονικότητα.
Ο κίνδυνος του τραμπισμού δεν πρόκειται να σβήσει. Ό,τι μπορεί να συμβεί μία φορά μπορεί να συμβεί και ξανά. Ο Τραμπ υπήρξε πραγματική πολιτική δυνατότητα, άρα μπορεί να εμφανιστεί και άλλος Τραμπ.
Αυτό είναι το μάθημα για τους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αλλού.
Ακόμη κι αν το Κογκρέσο περάσει σύντομα σε πιο συνετά χέρια, και ακόμη κι αν ο διάδοχος του Τραμπ αποδειχθεί διεθνιστής που πιστεύει στη διεθνή τάξη η οποία στηρίζεται σε κανόνες, η αξιοπιστία της Αμερικής ως συμμάχου δεν μπορεί πια να θεωρείται δεδομένη.
Μετά τον Τραμπ, ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών ως εγγυητή της δυτικής ασφάλειας κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένος είναι. Εξαρτάται πλέον από την έκβαση της μιας ή της άλλης εκλογικής αναμέτρησης. Συνεπώς, η υπόλοιπη Δύση καλείται να συνεχίσει να οργανώνει τη δική της προστασία και άμυνα.
Ο εθνικιστικός λαϊκισμός δέχτηκε βαρύ πλήγμα και συνδέεται πλέον με την εικόνα του ηττημένου. Ο Τραμπ ίσως έδειξε, επιπλέον, ότι τα εθνικιστικά κινήματα που στηρίζονται αποκλειστικά στην καλλιέργεια της δυσαρέσκειας είναι μακροπρόθεσμα καταδικασμένα σε αποτυχία. Κάτι τέτοιο ενδέχεται να αποθαρρύνει ψηφοφόρους στη Γαλλία και τη Γερμανία που σκέφτονται να στηρίξουν τη Μαρίν Λεπέν ή το AfD.
Και πάλι, όμως, είναι δύσκολο να στηριχθεί κανείς σε μια τέτοια εκτίμηση.
Η εκλογική ήττα δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με πολιτική αποτυχία
Το ερώτημα είναι αν ο Τραμπ απέτυχε επειδή οι πολιτικοί αυτού του τύπου είναι καταδικασμένοι να χάνουν ή επειδή έλαβε ανόητες και, κυρίως, απολύτως αποτρέψιμες αποφάσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την επίθεση στο Ιράν.
Η απόφαση αυτή όχι μόνο παραβίασε τη βασική προεκλογική υπόσχεση προς τους ψηφοφόρους του MAGA, ότι θα τερμάτιζε πολέμους αντί να ξεκινά νέους, αλλά οδήγησε και σε άνοδο του πληθωρισμού, δηλαδή ακριβώς του προβλήματος που είχε δεσμευτεί να αντιμετωπίσει.
Σε κάθε περίπτωση, δύσκολα γίνεται λόγος για αναπόφευκτη αποτυχία ενός ανθρώπου που, παρά το χάος της πρώτης θητείας του, μαζί και τη βίαιη εξέγερση της 6ης Ιανουαρίου 2021, εξελέγη ξανά σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια.
Δυσφημίστηκε, όμως ανταμείφθηκε με νέα εκλογική νίκη.
Είναι, εξάλλου, πολύ νωρίς για να γίνεται λόγος για τον Τραμπ σε χρόνο παρελθόντα. Έχασε πράγματι τη Βουλή των Αντιπροσώπων, που λειτουργούσε ως πολιτικό του υποχείριο, και τη Γερουσία, που του παρείχε ουσιαστικά λευκή επιταγή. Ένας αποδυναμωμένος Τραμπ, όμως, δεν είναι κατ' ανάγκην και τιθασευμένος.
Ο Τζόναθαν Φρίντλαντ, συγγραφέας του σχετικού άρθρου στον Guardian, μεταφέρει τα λόγια έμπειρου γνώστη της Ουάσιγκτον: σε συνθήκες ήττας, ο Τραμπ θα μπορούσε να γίνει «θηρίο στριμωγμένο στη γωνία».
Στις 5 Νοεμβρίου 2026 πραγματοποιήθηκε στην Ουάσινγκτον διαμαρτυρία κατά της μνημειακής αψίδας ύψους 250 ποδιών που προτείνει ο πρόεδρος Τραμπ.
Περιορισμένη ισχύς, αλλά περιθώριο για επικίνδυνες κινήσεις
Στη διεθνή σκηνή ο Τραμπ διατηρεί δυνατότητα δράσης. Η εξωτερική πολιτική παραμένει σε μεγάλο βαθμό προνομιακό πεδίο του προέδρου. Και τώρα έχει διπλό κίνητρο να το αξιοποιήσει.
Πρώτον, θα επιδιώξει πολιτική κληρονομιά ικανή να αντισταθμίσει την ιστορική εκλογική συντριβή αυτής της εβδομάδας. Δεύτερον, και ακόμη πιο κρίσιμο, έχει ανάγκη την προσοχή. Δύσκολα θα ανεχθεί να παραχωρήσει τα φώτα της δημοσιότητας στους Δημοκρατικούς ή, ακόμη χειρότερα, σε οποιονδήποτε άλλον.
Ίσως τελικά ενδώσει στις πιέσεις που άσκησε ο Τζέι Ντι Βανς, με δήλωση στο X που έμοιαζε σχεδόν με ρήξη προς τον πολιτικό του προϊστάμενο, και επιδιώξει να τερματίσει τον πόλεμο με το Ιράν, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει συνθηκολόγηση.
Μπορεί, αντίθετα, να επιλέξει κλιμάκωση και να επιδιώξει την ανατροπή του καθεστώτος της Τεχεράνης, θεωρώντας πιθανότατα ότι έτσι θα εξασφαλίσει τη θέση στην Ιστορία που πιστεύει ότι του αξίζει.
Ως τις 20 Ιανουαρίου 2029 οι αποφάσεις αυτές θα παραμένουν στα χέρια του Τραμπ. Η δυνατότητά του να επηρεάζει τις παγκόσμιες εξελίξεις διατηρείται, έστω και περιορισμένη.
Σύντομα οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να διερευνήσουν καταγγελίες διαφθοράς και να ζητήσουν ευθύνες από τον Τραμπ.
Στην Ουάσινγκτον, οι σύμμαχοι της Αμερικής σε Ευρώπη και αλλού θα συναντήσουν συνομιλητές που θα τους βλέπουν ως εταίρους και όχι ως εχθρούς.
Και οι δύο αυτές προοπτικές φέρνουν τεράστια ανακούφιση.
Δεν αναιρούν, όμως, δύο βασικές αλήθειες: ο Τραμπ συνέβη και ο Τραμπ εξακολουθεί να βρίσκεται στην εξουσία.

































