Σε ηλικία 89 ετών πέθανε την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2026, στην κατοικία του στην Ουάσιγκτον, ο Τζον Ντ. Ροκφέλερ ο Δ΄. Έφερε ένα από τα πιο γνωστά επώνυμα στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Τον θάνατό του επιβεβαίωσε η Σέλεϊ Ρότζερς, εκπρόσωπος της οικογένειας.
Φίλοι, συνεργάτες και ψηφοφόροι τον φώναζαν Τζέι Ροκφέλερ. Υπήρξε από τις πιο χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες της πολιτικής στη Δυτική Βιρτζίνια. Διετέλεσε δύο φορές κυβερνήτης, από το 1977 έως το 1985, και στη συνέχεια πέρασε 30 χρόνια στη Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών, από το 1985 ως το 2015.
Στην πορεία του χτίστηκε ως φιλελεύθερος Δημοκρατικός. Έδινε ιδιαίτερο βάρος στην κοινωνική πολιτική, στην υγειονομική περίθαλψη, στην ασφάλεια των εργαζομένων και στα δικαιώματα των βετεράνων.
Το βασικό πολιτικό του αποτύπωμα αφορούσε την προσπάθεια να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά και οικογένειες με χαμηλό εισόδημα πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική φροντίδα. Μαζί με τον γερουσιαστή της Μασαχουσέτης Έντουαρντ Κένεντι, συγκαταλεγόταν στους κυριότερους υποστηρικτές του σχεδίου υγειονομικής μεταρρύθμισης που παρουσίασαν το 1993 ο πρόεδρος Μπιλ Κλίντον και η σύζυγός του Χίλαρι. Το εγχείρημα για ολοκληρωμένη υγειονομική κάλυψη δεν προχώρησε, έπειτα από σφοδρή αντίδραση της ασφαλιστικής βιομηχανίας.
Τον στόχο, πάντως, δεν τον άφησε. Το 1997 είχε καθοριστικό ρόλο στη σύνταξη και την ψήφιση της νομοθεσίας που δημιούργησε το Πρόγραμμα Ασφάλισης Υγείας Παιδιών (Children’s Health Insurance Program, CHIP). Το πρόγραμμα έδωσε κάλυψη σε εκατομμύρια παιδιά οικογενειών με χαμηλά εισοδήματα, τα οποία αλλιώς θα έμεναν ανασφάλιστα.
Παράλληλα πρωτοστάτησε σε νομοθετικές πρωτοβουλίες για καλύτερη φροντίδα των βετεράνων, ανάμεσά τους και υπηρεσίες περίθαλψης κατ’ οίκον. Το 2010 στήριξε και την ασφαλιστική μεταρρύθμιση του Μπαράκ Ομπάμα, γνωστή ως Obamacare.
«Δεν με κάνει αυτό φιλελεύθερο», είχε δηλώσει στους New York Times, μιλώντας για την προσπάθεια να ανοίξει η πρόσβαση των Αμερικανών στην περίθαλψη. «Νοιάζομαι», είχε προσθέσει, σε μια φράση που συμπύκνωνε τη λογική πίσω από μεγάλο μέρος της σταδιοδρομίας του.
Από τον πλούτο της δυναστείας στην Απαλαχία
Η ιστορία του είχε εξαρχής κάτι το ασυνήθιστο. Ήταν δισέγγονος και συνονόματος του Τζον Ντ. Ροκφέλερ, ιδρυτή της Standard Oil, του ανθρώπου που έχτισε πετρελαϊκή αυτοκρατορία και έγινε ο πρώτος δισεκατομμυριούχος της Αμερικής.
Η οικογένεια Ροκφέλερ είχε συνδέσει το όνομά της με τον πλούτο, τις επιχειρήσεις και την πολιτική επιρροή. Από τις τάξεις της βγήκαν τραπεζίτες, επιχειρηματίες, κυβερνήτες, φιλάνθρωποι, ακόμη και αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Σχεδόν όλοι ακολουθούσαν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Ο Τζέι διάλεξε άλλο δρόμο και έγινε Δημοκρατικός.
Γεννήθηκε στο Μανχάταν στις 18 Ιουνίου 1937, μοναδικός γιος ανάμεσα σε τέσσερα παιδιά του Τζον Ντέιβισον Ροκφέλερ Γ΄ και της Μπλανσέτ Φέρι Χούκερ. Μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη και στην κομητεία Γουέστσεστερ. Φοίτησε στην Phillips Exeter Academy και έπειτα στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, από όπου αποφοίτησε το 1961 με σπουδές στις γλώσσες και την ιστορία της Άπω Ανατολής. Αργότερα συνέχισε στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, στην ασιατική ιστορία και την κινεζική γλώσσα.
Ταξίδια και εμπειρίες τον απομάκρυναν από τον προστατευμένο κόσμο της οικογένειας. Στην Ιαπωνία μελέτησε τη γλώσσα και την κουλτούρα, ζώντας με μόλις 50 δολάρια τον μήνα. Στη συνέχεια εντάχθηκε στο Σώμα Ειρήνης (Peace Corps), ως συνεργάτης του διευθυντή του, Ρ. Σάρτζεντ Σράιβερ. Εργάστηκε και στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, χωρίς όμως να βρίσκει ουσιαστικό αντικείμενο.
Στα 27 του αναζήτησε διαφορετική κατεύθυνση. Το 1964 μπήκε στο πρόγραμμα Volunteers in Service to America (VISTA), ομοσπονδιακή πρωτοβουλία κατά της φτώχειας, και εγκαταστάθηκε στην Έμμονς της Δυτικής Βιρτζίνια, απομονωμένη κοινότητα ανθρακωρύχων στην καρδιά της Απαλαχίας.
Εκεί βρέθηκε μπροστά σε μια πραγματικότητα που ελάχιστη σχέση είχε με τη ζωή που γνώριζε. Η περιοχή απείχε περίπου τέσσερα μίλια από τον πλησιέστερο ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Οι απότομοι λόφοι και οι δύσκολες καιρικές συνθήκες έκαναν συχνά αδύνατη την πρόσβαση, ενώ τον χειμώνα τα σχολικά λεωφορεία δεν μπορούσαν να κινηθούν. Τα ανθρακωρυχεία είχαν κλείσει ή λειτουργούσαν με ελάχιστο προσωπικό. Από τις περίπου 60 οικογένειες, οι περισσότερες ζούσαν με κρατικά επιδόματα και μεγάλο μέρος των κατοίκων δεν γνώριζε γραφή και ανάγνωση.
Ένας νεαρός με το επώνυμο Ροκφέλερ δεν γινόταν εύκολα αποδεκτός. Οι κάτοικοι αντιμετώπισαν αρχικά με καχυποψία τον εύπορο Νεοϋορκέζο. Τον θεωρούσαν πιθανό κομματικό οργανωτή, ομοσπονδιακό πράκτορα ή κρατικό υπάλληλο σταλμένο να ελέγξει δικαιούχους κοινωνικών επιδομάτων.
«Οι άνθρωποι πίστευαν ότι ήμουν είτε απεσταλμένος των Ρεπουμπλικανών είτε ομοσπονδιακός πράκτορας που αναζητούσε παράνομα αποστακτήρια», είχε πει το 1965 στο Associated Press.
Πέρασαν έξι ολόκληροι μήνες ώσπου να οργανώσει την πρώτη κοινοτική συνάντηση. Σταδιακά, όμως, κέρδισε την εμπιστοσύνη των κατοίκων. Βοήθησε να στηθεί παιδική ομάδα μπέιζμπολ, κοινοτική ένωση και χώρος συνάντησης. Συνέβαλε επίσης στο άνοιγμα βιβλιοθήκης και στην εξασφάλιση αξιόπιστης συγκοινωνίας με σχολικά λεωφορεία προς το Τσάρλεστον.
Οι αλλαγές ήταν μικρές μπροστά στα τεράστια προβλήματα της περιοχής. Για τον ίδιο αποδείχθηκαν καθοριστικές.
«Η Έμμονς ήταν το μέρος όπου όλα άρχισαν να μπαίνουν στη θέση τους», είχε δηλώσει.
«Έμαθα να αγαπώ αυτούς τους ανθρώπους και να καταλαβαίνω ότι μπορούσα πραγματικά να κάνω τη διαφορά στη ζωή τους».
Η άνοδος στην πολιτική της Δυτικής Βιρτζίνια
Το 1966 εγκαταστάθηκε στο Τσάρλεστον, πρωτεύουσα της Δυτικής Βιρτζίνια, και διεκδίκησε έδρα στη Βουλή των Αντιπροσώπων της πολιτείας. Η εκλογική επιτυχία ήταν εντυπωσιακή, εν μέρει χάρη στο επώνυμο, που τραβούσε την προσοχή των εθνικών μέσων ενημέρωσης.
Στη νομοθετική συνέλευση υποστήριξε φορολογικές μεταρρυθμίσεις και περιβαλλοντικά μέτρα για τον περιορισμό της επιφανειακής εξόρυξης άνθρακα, η οποία αλλοιώνε σοβαρά το φυσικό τοπίο και προκαλούσε διάβρωση του εδάφους.
Στις 15 Ιανουαρίου 1985 ορκίστηκε γερουσιαστής.
Το 1972 διεκδίκησε για πρώτη φορά την κυβερνητική θέση, αλλά ηττήθηκε από τον Ρεπουμπλικανό Άρτς Μουρ Τζούνιορ. Η αντίθεσή του στην επιφανειακή εξόρυξη βρέθηκε στο κέντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Οι αντίπαλοι τον κατηγόρησαν ότι απειλούσε τις θέσεις εργασίας στον κλάδο του άνθρακα.
Τέσσερα χρόνια αργότερα επέστρεψε πολιτικά ισχυρότερος και κέρδισε την εκλογή. Για να εξασφαλίσει τη στήριξη της εξορυκτικής βιομηχανίας, είχε στο μεταξύ αποδεχθεί ότι η επιφανειακή εξόρυξη μπορούσε να γίνεται με βελτιωμένους όρους αποκατάστασης του περιβάλλοντος. Η μεταστροφή έφερε επικρίσεις και κατηγορίες για πολιτικό οπορτουνισμό.
Επανεξελέγη το 1980. Η δεύτερη θητεία, όμως, συνέπεσε με βαθιά οικονομική κρίση. Η ανεργία στη Δυτική Βιρτζίνια έφτασε το 21%, το υψηλότερο ποσοστό στη χώρα, και η κυβέρνησή του αναγκάστηκε να προχωρήσει σε σημαντικές περικοπές δαπανών.
Το 1984 διεκδίκησε έδρα στη Γερουσία και επικράτησε του Ρεπουμπλικανού Τζον Ρέιζ με 52% έναντι 48%. Η εκστρατεία χαρακτηρίστηκε από τις τεράστιες προσωπικές δαπάνες του. Εκατομμύρια δολάρια από την περιουσία του είχε χρησιμοποιήσει και σε προηγούμενες αναμετρήσεις.
Για τον πλούτο του δεν απολογήθηκε ποτέ. Διατηρούσε πολυτελείς κατοικίες στο Τσάρλεστον και την Ουάσιγκτον, έκταση 3.000 στρεμμάτων στη Δυτική Βιρτζίνια και ράντσο στο Τζάκσον Χόουλ του Ουαϊόμινγκ.
Γερουσία, 11η Σεπτεμβρίου και όσα άφησε πίσω του
Στη Γερουσία επανεκλεγόταν με μεγάλη άνεση το 1990, το 1996, το 2002 και το 2008. Προήδρευσε σε σημαντικές επιτροπές, ανάμεσά τους εκείνες του Εμπορίου, των Υπηρεσιών Πληροφοριών και των Υποθέσεων Βετεράνων.
Στις 26 Απριλίου 1994 ο Ντικ Γκέφαρτ, ο Ρόμπερτ Τοριτσέλι, ο Τζέι Ροκφέλερ και ο Λίντσεϊ Γκράχαμ χειροκρότησαν τον πρόεδρο.
Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 τάχθηκε αρχικά υπέρ της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ. Στηρίχθηκε στις πληροφορίες της κυβέρνησης του Τζορτζ Μπους, σύμφωνα με τις οποίες το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν διέθετε όπλα μαζικής καταστροφής.
Η στάση του, όμως, άλλαξε. Το 2008, ως πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, επέβλεψε έκθεση που κατέληγε ότι ο πρόεδρος και ανώτατοι αξιωματούχοι είχαν οδηγήσει τη χώρα στον πόλεμο στηριζόμενοι σε ψευδή δεδομένα. Η έκθεση υπογράμμιζε επίσης ότι δεν υπήρχε τεκμηριωμένη σύνδεση του Σαντάμ Χουσεΐν με τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και την Αλ Κάιντα.
Το 2010, μετά τον θάνατο του γερουσιαστή Ρόμπερτ Μπερντ, έγινε ο αρχαιότερος σε υπηρεσία γερουσιαστής της Δυτικής Βιρτζίνια. Δεν διεκδίκησε έκτη θητεία και αποχώρησε από τη Γερουσία τον Ιανουάριο του 2015.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, στην Ουάσιγκτον, ο τότε γερουσιαστής Τζον Ροκφέλερ παρουσίασε τα επιχειρήματά του στη συζήτηση της Επιτροπής Οικονομικών της Γερουσίας για το νομοσχέδιο «The America’s Health Future Act».
Ιδιαίτερο βάρος είχε και η στάση του για την ασφάλεια των ανθρακωρύχων. Μετά την έκρηξη στο ανθρακωρυχείο Upper Big Branch το 2010, που στοίχισε τη ζωή σε 29 εργαζομένους, ζήτησε αυστηρότερες ποινικές κυρώσεις για τις παραβιάσεις των κανόνων ασφαλείας. Οι προτάσεις του συνάντησαν αντιδράσεις από Ρεπουμπλικανούς και από εκπροσώπους της εξορυκτικής βιομηχανίας.
Το 2014, λίγο πριν αποχωρήσει από τη Γερουσία, χαιρέτισε την παραπομπή σε δίκη του Ντόναλντ Μπλάνκενσιπ, πρώην επικεφαλής της εταιρείας που διαχειριζόταν το ορυχείο. Εκείνος καταδικάστηκε τελικά για πλημμέλημα σχετικό με την ασφάλεια των ορυχείων και εξέτισε ποινή φυλάκισης ενός έτους.
Το 1967 είχε παντρευτεί τη Σάρον Πέρσι, κόρη του γερουσιαστή Τσαρλς Πέρσι του Ιλινόι. Ο γάμος τους έγινε πρωτοσέλιδο και εξώφυλλο στο περιοδικό Life. Η σύζυγός του ανέλαβε αργότερα τη διεύθυνση του δημόσιου τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού σταθμού WETA στην Ουάσιγκτον. Απέκτησαν τέσσερα παιδιά και εννέα εγγόνια.
Το 2014 το Πανεπιστήμιο της Δυτικής Βιρτζίνια έδωσε το όνομά του στη Σχολή Πολιτικής και Πολιτικών Υποθέσεων. Η πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη ανέλαβε τη μόνιμη φύλαξη του αρχείου του από τη Γερουσία.
Την οικογενειακή καταγωγή δεν την αποποιήθηκε ποτέ. Επέλεξε, όμως, να δώσει στο όνομά του διαφορετικό πολιτικό περιεχόμενο. Για έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να είχε μείνει προστατευμένος στον κόσμο του πλούτου και των προνομίων, η εμπειρία της Απαλαχίας στάθηκε σημείο καμπής. Εκεί, ανάμεσα στους ανθρακωρύχους και τις οικογένειές τους, διαμόρφωσε την πεποίθηση ότι η δημόσια εξουσία οφείλει να κρίνεται από την ικανότητά της να βελτιώνει την καθημερινότητα των ανθρώπων.
Αυτή η πεποίθηση έμεινε το σταθερότερο στοιχείο μιας πολιτικής διαδρομής που κράτησε σχεδόν μισό αιώνα.

































