Τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ δεν δυσαρέστησαν μόνο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Η απήχησή τους έγινε αισθητή και στο Ισραήλ, όπου πολλοί πιστεύουν πλέον ότι φάνηκε πόσο έχουν χειροτερέψει οι σχέσεις της χώρας με την Ουάσιγκτον.
Θεωρούν, παράλληλα, ότι αναδεικνύονται τα όρια της στρατηγικής του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος στήριξε τις κινήσεις του στη μακρόχρονη φιλία του με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με την ανάλυση των New York Times, δύο στοιχεία δυναμώνουν στο Ισραήλ το αίσθημα διεθνούς απομόνωσης: η νίκη των Δημοκρατικών επί του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και το ότι αρκετά μέλη της Βουλής και της Γερουσίας διατύπωναν, στην προεκλογική περίοδο, όλο και εντονότερη κριτική προς το Ισραήλ.
Κρίσιμη φάση για το Ισραήλ
Τα αμερικανικά αποτελέσματα συμπίπτουν με μια κρίσιμη φάση για το Ισραήλ. Δεν είναι σαφές αν το εκλογικό αποτέλεσμα στη χώρα θα οδηγήσει σε σχηματισμό κυβέρνησης. Ανοιχτό παραμένει και το ενδεχόμενο νέας σύγκρουσης με το Ιράν. Διακυβεύεται, επιπλέον, η μελλοντική σχέση με τις ΗΠΑ, αφότου ο Ντόναλντ Τραμπ περικόπτει την ετήσια αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ, ύψους δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Κατά την ανάλυση, όλα αυτά δείχνουν ένα πράγμα: την αισθητή υποχώρηση της παραδοσιακής στήριξης προς το Ισραήλ, από Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς.
Οι επικριτές και οι πολιτικοί αντίπαλοι του Μπενιαμίν Νετανιάχου τον υποδεικνύουν ως υπεύθυνο, καταλογίζοντάς του λανθασμένους χειρισμούς στα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας του Ισραήλ.
Η εξάρτηση από τον Τραμπ ως στρατηγικό λάθος
Ο πρώην πρέσβης του Ισραήλ στη Γερμανία, Τζέρεμι Ισαχάροφ, λέει ότι τα αποτελέσματα στις ΗΠΑ εξηγούν γιατί το Ισραήλ επιδίωκε ανέκαθεν διακομματική πολιτική απέναντι στην Αμερική. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, σημειώνει, εγκατέλειψε σε μεγάλο βαθμό αυτή την προσέγγιση πριν από περίπου μία δεκαετία και έγινε «ο Ισραηλινός πρωθυπουργός που εξαρτήθηκε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον από έναν Αμερικανό πρόεδρο».
Σε προγενέστερο χρόνο, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε δηλώσει ότι το Ισραήλ έχει «ενηλικιωθεί». Είχε πει επίσης ότι προτίθεται, μέσα στην επόμενη δεκαετία, να καταργήσει το οικονομικό σκέλος της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς τη χώρα του. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός ανέφερε ότι θέλει το Ισραήλ να χρηματοδοτεί το ίδιο τις αγορές οπλικών συστημάτων, να αναπτύξει τη δική του αμυντική βιομηχανία και να περάσει «από τη βοήθεια στην εταιρική σχέση». Έκανε μια δήλωση που πίστευε ότι θα άρεσε στον Ντόναλντ Τραμπ.
Η ανακοίνωση όμως του Αμερικανού προέδρου, ενώ οι εκλογές βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη, με την οποία η ετήσια βοήθεια προς το Ισραήλ διακόπτεται έναν χρόνο νωρίτερα, αιφνιδίασε πολλούς. Ο Τραμπ παραδέχθηκε ότι επρόκειτο για πολιτικό ελιγμό, με στόχο να αφαιρεθεί ένα «επιχείρημα» από την αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος. Άφησε επίσης να εννοηθεί ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου συμφωνούσε με την απόφαση. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, ωστόσο, παραμένει σιωπηλός.
Επιθέσεις από την αντιπολίτευση
Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι η αντιπολίτευση στο Ισραήλ θα αξιοποιούσε την κατάσταση, αυξάνοντας την πίεση προς τον Νετανιάχου. Εκείνος δίνει μάχη για το πολιτικό του μέλλον.
Ο βασικός αντίπαλός του, Γκάντι Άιζενκοτ, είπε ότι το γεγονός πως ο αμυντικός μηχανισμός του Ισραήλ πληροφορήθηκε μια τόσο ριζική αλλαγή στη στρατηγική σχέση μέσω των μέσων ενημέρωσης «καταδεικνύει πόσο πραγματικό κίνδυνο συνιστά η συμπεριφορά του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αξιόπιστος και πρέπει να αντικατασταθεί», πρόσθεσε.
Ο ηγέτης του αριστερού κόμματος «Δημοκρατικοί» του Ισραήλ, Γιαΐρ Γκολάν, δήλωσε: «Ο τερματισμός της αμερικανικής βοήθειας είναι εξαιρετικά επιζήμιος για την ασφάλεια του Ισραήλ και για την ποιότητα ζωής στη χώρα».
Ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν, αντίπαλος του Νετανιάχου από τον δεξιό χώρο, κατηγόρησε τον Ισραηλινό πρωθυπουργό για τη δήλωση στήριξης προς τον Τραμπ: «Το κόστος της ανέρχεται σε 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως». Πρόκειται ακριβώς για το ποσό που το Ισραήλ δεν θα λαμβάνει πια από τις ΗΠΑ.
Σκληρή ήταν και η τοποθέτηση της Τζίπι Λίβνι, πρώην υπουργού σε κυβέρνηση υπό τον Νετανιάχου. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έγραψε: «Ο Νετανιάχου πόνταρε στους Ρεπουμπλικανούς, διέρρηξε τη συμμαχία που διατηρούσαμε όλα αυτά τα χρόνια και με τα δύο κόμματα. Πλέον δεν έχει τρόπο να υπερασπιστεί τη νομιμότητα της ύπαρξης του κράτους του εβραϊκού λαού καθώς και το δικαίωμά μας στην αυτοάμυνα».
Η στροφή της αμερικανικής κοινής γνώμης απέναντι στο Ισραήλ
Οι New York Times υπενθυμίζουν ότι το Ισραήλ απολάμβανε επί μακρόν διακομματική στήριξη στις ΗΠΑ, την οποία θεωρούσε στρατηγικό πλεονέκτημα. Η αμερικανική κοινή γνώμη, όμως, μετατοπίστηκε και η πολιτική στήριξη προς το Ισραήλ εξασθένησε και στις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος. Κύρια αιτία ήταν ο πόλεμος στη Γάζα.
Ο μεγάλος αριθμός νεκρών αμάχων στη Γάζα, σε συνδυασμό με την ανθρωπιστική κρίση και την απουσία ισραηλινής στρατηγικής εξόδου από τη σύγκρουση, όξυναν τις εντάσεις με την κυβέρνηση Μπάιντεν.
Ενώ οι σχέσεις χειροτέρευαν, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου πρόβαλλε τους στενούς δεσμούς του με τον Ντόναλντ Τραμπ. Οι δεσμοί αυτοί κορυφώθηκαν με την κοινή εκστρατεία κατά του Ιράν. Καθώς όμως η σύγκρουση συνεχιζόταν και το Ισραήλ ενεπλάκη σε πόλεμο εναντίον της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, προέκυψαν εντάσεις με την κυβέρνηση Τραμπ, αφού τα ισραηλινά και τα αμερικανικά συμφέροντα άρχισαν να αποκλίνουν.
Τον Απρίλιο, ο Τραμπ δήλωσε ότι στο Ισραήλ «απαγορεύεται» να συνεχίσει τους βομβαρδισμούς στον Λίβανο, τονίζοντας: «Ως εδώ και μη παρέκει!!!». Επιπλέον, αφότου ο Αμερικανός ηγέτης πέτυχε τον Ιούνιο μια προκαταρκτική συμφωνία κατάπαυσης του πυρός με το Ιράν, εξέλιξη που πολλοί Ισραηλινοί έκριναν ανεπαρκή για την κάλυψη των αναγκών ασφαλείας τους, οι σχέσεις Τραμπ και Νετανιάχου, μαζί με τους υποστηρικτές του, ξέπεσαν σε αμοιβαίες ύβρεις.
Γάζα, Δυτική Όχθη και Ιράν
Η στήριξη προς το Ισραήλ από την πλευρά των Αμερικανών υποχώρησε σε νέα χαμηλά επίπεδα, εξαιτίας των ενεργειών της ακροδεξιάς κυβέρνησης Νετανιάχου στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη. Αιτία στάθηκαν η μαζική επέκταση των εβραϊκών οικισμών εποίκων και η υποβάθμιση της κλιμακούμενης βίας από εξτρεμιστές εποίκους εις βάρος των Παλαιστινίων.
Οι εκλογές στο Ισραήλ άνοιξαν την προοπτική μιας νέας αρχής. Οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι, μόλις σχηματιστεί η νέα κυβέρνηση, μία από τις πιο επείγουσες προτεραιότητές της θα πρέπει να είναι η αποκατάσταση των σχέσεων με το σύνολο του αμερικανικού πολιτικού κόσμου.
Ο Γκενταλία Άφτερμαν, του Ινστιτούτου Διπλωματίας και Διεθνών Σχέσεων «Abba Eban» στο Πανεπιστήμιο Reichman, στο Τελ Αβίβ, σημειώνει ότι «για το Ισραήλ, υφίσταται μια σημαντική διάκριση μεταξύ της σχέσης του με τις ΗΠΑ και της σχέσης του με την κυβέρνηση Τραμπ». Προσθέτει ότι «οι ΗΠΑ θα παραμείνουν ο σημαντικότερος στρατηγικός εταίρος του Ισραήλ».
Η ισχυρή επίδοση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές, ωστόσο, «θα πρέπει να αποτελέσει καμπανάκι αφύπνισης, ώστε να υπάρξει σοβαρότερη επένδυση στις σχέσεις με όλο το φάσμα του αμερικανικού πολιτικού σκηνικού», πρόσθεσε.
Ο πρώην πρέσβης Ισαχάροφ, από την πλευρά του, εκτιμά ότι το μέλλον των αμερικανοϊσραηλινών σχέσεων εξαρτάται πλέον, σε μεγάλο βαθμό, από τις ενέργειες του Ισραήλ.
Το να είναι κανείς αξιόπιστος στρατηγικός σύμμαχος, ανέφερε, σημαίνει «να είναι πρόθυμος να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα της Αμερικής στην περιοχή. Άρα το Ισραήλ πρέπει να πράττει ό,τι μπορεί για να προωθήσει την ειρηνευτική διαδικασία σε διάφορα μέτωπα». Αυτό, πρόσθεσε, «είναι αρκετά προφανές».

































