Δεύτερο κύμα κυβερνοεπιθέσεων σε ευρωπαϊκά σουπερμάρκετ, μέσα σε λίγες εβδομάδες, επαναφέρει με ανησυχητικό τρόπο στο προσκήνιο τον κίνδυνο του υβριδικού πολέμου. Οι επιθέσεις δεν απειλούν μόνο επιχειρήσεις. Μπορούν να χτυπήσουν και υποδομές, με σοβαρότερες επιπτώσεις στη δημόσια ασφάλεια. Συστήματα ψύξης και συντήρησης τροφίμων σε καταστήματα οκτώ ευρωπαϊκών χωρών παραβιάστηκαν αυτή τη φορά από χάκερ. Η θερμοκρασία σε ψυγεία και καταψύκτες ανέβηκε απότομα. Οι επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να αποσύρουν μεγάλες ποσότητες προϊόντων. Οι ευρωπαϊκές Αρχές ασφαλείας, ωστόσο, διακρίνουν απειλή πολύ ευρύτερη από τις οικονομικές ζημιές. Θεωρούν πιθανό οι ίδιες μέθοδοι να στραφούν εναντίον πολύ πιο σύνθετων και κρίσιμων υποδομών, όπως νοσοκομεία, δίκτυα μεταφορών και ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Η νέα επίθεση έμοιαζε σχεδόν απόλυτα με εκείνη που είχε χτυπήσει δεκάδες γαλλικά σουπερμάρκετ τρεις εβδομάδες νωρίτερα. Τη Δευτέρα το πλήγμα έφτασε σε καταστήματα οκτώ ευρωπαϊκών χωρών, ανάμεσά τους η Ιταλία, το Βέλγιο, η Λετονία, η Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο. Στη Σουηδία η αλυσίδα Coop ανακοίνωσε πως επτά καταστήματα που δέχθηκαν επίθεση επανήλθαν σε λειτουργία. Είχε προηγηθεί αποσύνδεση των συστημάτων ψύξης από το Διαδίκτυο. Η αλυσίδα άρχισε επίσης μετάβαση σε δίκτυα 5G και σύγχρονα μόντεμ, αφήνοντας τις συνδέσεις 4G. Αντίστοιχα, η ICA ανέφερε ότι ο εξοπλισμός και των 23 καταστημάτων που επλήγησαν βρισκόταν συνδεδεμένος εκτός του δικτύου που διαχειρίζεται κεντρικά η αλυσίδα. Στο Βέλγιο, 15 καταστήματα της Carrefour στοχοποιήθηκαν ξανά, μετά την επίθεση σε 80 καταστήματα franchise στη Γαλλία.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της κυβέρνησης Μελόνι, στην Ιταλία οι επιπτώσεις έμειναν περιορισμένες. Οι έλεγχοι των αρμόδιων Αρχών έδειξαν ότι χτυπήθηκαν συνολικά πέντε σουπερμάρκετ και δύο μικρότερα καταστήματα, στις Περιφέρειες του Βένετο και της Σικελίας. Και εκεί ανέβηκε απότομα η θερμοκρασία στα ψυγεία κατεψυγμένων προϊόντων. Ύστερα από έκτακτη σύσκεψη στο Παλάτσο Κίτζι αποφασίστηκε να ενισχυθεί η πρόληψη. Μετείχαν ο υπουργός Γεωργίας Φραντσέσκο Λολομπρίτζιντα, ο υφυπουργός αρμόδιος για την Ασφάλεια της Δημοκρατίας Αλφρέντο Μαντοβάνο και οι επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας. Προβλέπονται συστηματική παρακολούθηση και ανάλυση των απειλών, τακτικές επαφές με τους εμπορικούς φορείς και υιοθέτηση πρωτοκόλλων, ώστε να περιοριστούν οι συνέπειες ενδεχόμενων νέων επιθέσεων.
Η μεγαλύτερη απειλή αφορά, ωστόσο, το ενδεχόμενο επέκτασης των επιθέσεων σε κρίσιμες υποδομές, με σοβαρό πλήγμα στη δημόσια ασφάλεια. Μέχρι στιγμής οι χάκερ δεν έχουν ταυτοποιηθεί. Δεν έχει εξακριβωθεί ούτε η προέλευσή τους ούτε κάποιο οικονομικό κίνητρο. Το στοιχείο αυτό ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι μπορεί να πρόκειται για ενέργειες που αποσκοπούν πρωτίστως στη δημιουργία φόβου και ανασφάλειας στην κοινή γνώμη. Οι ιταλικές υπηρεσίες ασφαλείας εξετάζουν, μάλιστα, μήπως η χώρα βρίσκεται εδώ και μήνες στο στόχαστρο ευρύτερης εκστρατείας παραπληροφόρησης και υβριδικών ενεργειών. Η εκστρατεία αυτή, σύμφωνα με το ενδεχόμενο που εξετάζεται, στοχεύει τεχνολογικά συστήματα που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινή ζωή. Οι φόβοι στρέφονται πλέον και προς το σύστημα υγείας και τις μεταφορές. Μια επιτυχημένη κυβερνοεπίθεση εκεί θα μπορούσε να προκαλέσει πολύ σοβαρότερες συνέπειες.
Η ανησυχία δεν σταματά στην Ιταλία. Προειδοποίηση απηύθυνε ο Ρίτσαρντ Χορν, διευθύνων σύμβουλος του βρετανικού Εθνικού Κέντρου Κυβερνοασφάλειας (NCSC). Νοσοκομεία και σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής στη Βρετανία, είπε, αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο μέσα στα επόμενα δύο χρόνια από επιθέσεις κακόβουλου λογισμικού που αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη. Κατά την προειδοποίηση, παράγοντες με εχθρικές προθέσεις, κυρίως από τη Ρωσία και την Κίνα, αναμένεται να καταφεύγουν όλο και πιο συστηματικά στην τεχνητή νοημοσύνη. Έτσι θα αυξάνεται η κλίμακα και η αποτελεσματικότητα των κυβερνοεπιθέσεων. Κάλεσε τους βρετανικούς οργανισμούς να αντιμετωπίσουν άμεσα τις ελλείψεις στις τεχνολογικές επενδύσεις και τα γνωστά κενά ασφαλείας. Επισήμανε πως στόχος μπορούν να γίνουν πλέον ακόμη και κρίσιμες φυσικές λειτουργίες.
Την ίδια ώρα, η Εθνική Υπηρεσία Κυβερνοασφάλειας της Ιταλίας έχει απευθύνει συγκεκριμένες συστάσεις στις επιχειρήσεις της μεγάλης λιανικής. Ζητά να απομονωθούν τα συστήματα τηλεχειρισμού από τα εταιρικά δίκτυα, να ενισχυθεί η πρόσβαση μέσω VPN και πολυπαραγοντικής ταυτοποίησης και να αντικατασταθούν παλιές συσκευές που οι κατασκευαστές δεν υποστηρίζουν πλέον. Από την πλευρά της, η ευρωπαϊκή υπηρεσία κυβερνοασφάλειας ENISA τόνισε πως απαιτείται στενότερη συνεργασία, γρήγορη ανταλλαγή πληροφοριών και συντονισμένη αντίδραση ανάμεσα στα κράτη μέλη.

































