Ο Ντόναλντ Τραμπ συνεχάρη τους Δημοκρατικούς για την επικράτησή τους στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Σε τηλεφωνική συνέντευξη στο CBS News δήλωσε: «Το μήνυμά μου είναι: συγχαρητήρια στους Δημοκρατικούς και προσβλέπω στη συνεργασία μαζί τους για το καλό της χώρας μας». Για το Ισραήλ, πάντως, η σημασία της έκβασης μπορεί να ξεπερνά κατά πολύ την απώλεια του ρεπουμπλικανικού ελέγχου στο Κογκρέσο, όπως προκύπτει από ανάλυση της Jerusalem Post.
Έως τις 11.00 της Τετάρτης η εικόνα στο Κογκρέσο είχε διαμορφωθεί ως εξής:
- Γερουσία: 54 έδρες οι Δημοκρατικοί, 44 οι Ρεπουμπλικανοί
- Βουλή των Αντιπροσώπων: 228 οι Δημοκρατικοί, 139 οι Ρεπουμπλικανοί
- Κυβερνήτες: 27 οι Δημοκρατικοί, 20 οι Ρεπουμπλικανοί
«Η διεύρυνση του στρατοπέδου που ασκεί κριτική στο Ισραήλ και η αυξανόμενη πρόσβασή του σε θέσεις επιρροής συνιστούν μια μεταβολή την οποία το Ισραήλ δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει», γράφει στην ανάλυσή του στην ισραηλινή εφημερίδα ο δημοσιογράφος Αμιχάι Στάιν.
Ο Στάιν διακρίνει τρία κύρια μέτωπα που επηρεάζονται από το αποτέλεσμα της 3ης Νοεμβρίου.
Το μέτωπο του πολέμου με το Ιράν
Ο Τραμπ αναγνώρισε ότι «το Ιράν ήταν μέρος της ήττας». Παράλληλα, η αμερικανική κοινή γνώμη δείχνει ελάχιστη διάθεση για έναν ακόμη μακρόχρονο πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ισραηλινός αναλυτής διαβλέπει δύο σενάρια. Και στα δύο, το Ισραήλ χρειάζεται να παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις.
Στο πρώτο, ο Τραμπ θα μπορούσε να επιλέξει την ενίσχυση των διπλωματικών προσπαθειών, να δεχθεί παραχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη και να επιχειρήσει να εμφανίσει μια συμφωνία ως διπλωματική επιτυχία, ώστε να αποσύρει τις ΗΠΑ από τη σύγκρουση.
Το δεύτερο θα αφορούσε απόπειρα να κλείσει η στρατιωτική εκστρατεία με μια σύντομη αλλά ισχυρή επιχείρηση. Ο πρόεδρος θα μπορούσε έτσι να ανακηρύξει νίκη, να υποστηρίξει ότι οι αμερικανικοί στόχοι έχουν επιτευχθεί και να περιορίσει γρήγορα την αμερικανική εμπλοκή στην περιοχή.
Όποιο από τα δύο και αν επικρατήσει, τονίζει ο Στάιν, «τα συμφέροντα του Ισραήλ δεν συμπίπτουν απαραίτητα με εκείνα του Λευκού Οίκου» και «αυτό το χάσμα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μία από τις βασικές πηγές έντασης στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών».
Αντιισραηλινό ρεύμα σε άνοδο
Η δεύτερη πρόκληση αφορά τη σύνθεση του επόμενου Κογκρέσου. Όπως παρατηρεί ο Στάιν, ένα νέο κύμα Δημοκρατικών βουλευτών, ορισμένοι από τους οποίους είναι ιδιαίτερα επικριτικοί απέναντι στο Ισραήλ, αναμένεται να προστεθεί σε όσους υπηρετούν ήδη στο Καπιτώλιο.
Με αυτόν τον τρόπο, υπογραμμίζει, μεταβάλλεται η ισορροπία δυνάμεων και η δυνατότητα καθορισμού της πολιτικής ατζέντας.
«Ο έλεγχος και των δύο σωμάτων από τους Δημοκρατικούς θα έδινε στο κόμμα τον έλεγχο των προεδριών και της ημερήσιας διάταξης των κοινοβουλευτικών επιτροπών, καθώς και της προεδρίας της Βουλής των Αντιπροσώπων και της ηγεσίας της Γερουσίας. Αυτό θα επέτρεπε στους Δημοκρατικούς να προωθήσουν ακροάσεις, έρευνες και νομοθετικές πρωτοβουλίες σχετικά με την ισραηλινή πολιτική, τον πόλεμο στη Γάζα, την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια και την ευρύτερη στρατηγική σχέση μεταξύ των δύο χωρών», αναφέρει.
Η εξέλιξη, προσθέτει, εντάσσεται σε ευρύτερη τάση εντός του Δημοκρατικού Κόμματος. Πληθαίνουν οι εκκλήσεις να περιοριστεί η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ, να συνδεθεί με αλλαγές στην ισραηλινή πολιτική, ακόμη και να επανεξεταστεί ο χαρακτήρας της ειδικής σχέσης των δύο χωρών.
«Θέσεις που κάποτε θεωρούνταν σχετικά περιθωριακές στο εσωτερικό του κόμματος αποκτούν πλέον πολύ μεγαλύτερη προβολή».
Πρότυπα ενόψει των εκλογών του 2028
Ο Ισραηλινός αναλυτής εκφράζει, τέλος, ανησυχία μήπως ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζοχράν Μαμντάνι αναδειχθεί σε πολιτικό πρότυπο πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Κατά την εκτίμησή του, πολλοί υποψήφιοι των Δημοκρατικών μπορεί να συμπεράνουν από τις ενδιάμεσες ότι η υιοθέτηση έντονα αντιισραηλινών θέσεων και η ανοιχτή κριτική στην Αμερικανοϊσραηλινή Επιτροπή Δημοσίων Υποθέσεων (AIPAC) δεν αποκλείουν την πολιτική επιτυχία.
«Οι υποψήφιοι που θα διεκδικήσουν έδρες στο Κογκρέσο ή υψηλόβαθμα πολιτικά αξιώματα σε πολιτειακό επίπεδο τα επόμενα χρόνια θα παρακολουθούν στενά την επιτυχία πολιτικών όπως ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ και μιας νέας γενιάς Δημοκρατικών μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων. Θα εξετάζουν επίσης πώς αυτοί οι πολιτικοί κατάφεραν να καταστήσουν την έντονη κριτική προς το Ισραήλ κεντρικό στοιχείο της πολιτικής τους ταυτότητας», λέει.
Προσθέτει ότι το αποτέλεσμα θα μπορούσε να ριζοσπαστικοποιήσει ακόμη περισσότερο τον πολιτικό λόγο: «περισσότεροι υποψήφιοι ευθυγραμμισμένοι με το πολιτικό στρατόπεδο που εκπροσωπεί ο Ζόχραν Μαμντάνι, σκληρότερη κριτική προς το Ισραήλ και μικρότερη προθυμία υπεράσπισης της παραδοσιακής σχέσης μεταξύ των δύο χωρών».
Καταλήγει ότι, στην επιλογή υποψηφίου για τις προεδρικές εκλογές του 2028, το Δημοκρατικό Κόμμα δεν θα μπορεί να παραβλέψει αυτό το κλίμα, εφόσον ο υποψήφιος επιδιώκει την υποστήριξη της κομματικής βάσης.
«Ακόμη κι αν ο υποψήφιος που τελικά θα επιλεγεί δεν υιοθετήσει τις πιο ακραίες θέσεις, ενδέχεται να αισθανθεί υποχρεωμένος να υιοθετήσει μια σημαντικά σκληρότερη και πιο επικριτική στάση απέναντι στην Ιερουσαλήμ από οποιαδήποτε έχει παρατηρηθεί στο παρελθόν μεταξύ των Δημοκρατικών υποψηφίων για την προεδρία».

































