Αν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ χάσει τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026, η πορεία της θητείας του έως σήμερα θα πάρει εντελώς διαφορετική τροπή. Η απάντηση στο σχετικό ερώτημα είναι σχετικά απλή.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να βρεθούν σε νομοθετικό και πολιτικό αδιέξοδο, με εντατικό έλεγχο σε κάθε ενέργεια της αμερικανικής κυβέρνησης. Η εικόνα θα είναι αντίθετη από όσα ισχύουν τα τελευταία χρόνια.
Οι εκλογές καλύπτουν όλες τις έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων και μόνο το ένα τρίτο των εδρών της Γερουσίας.
Το σενάριο της «πολιτικής κόλασης»
Αν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, όπου η πλειοψηφία απαιτεί 218 έδρες, η κυβέρνηση Τραμπ δεν θα μπορεί να ψηφίζει νόμους χωρίς στήριξη βουλευτών της αντιπολίτευσης. Μια Βουλή υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών θα ανοίξει διετία πυκνής εποπτείας, σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης, ερευνών και καταθέσεων πολιτικών προσώπων. Ταυτόχρονα, μέλη της κυβέρνησης Τραμπ θα βρίσκονται υπό διαρκή κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Με την πλειοψηφία, οι Δημοκρατικοί θα προεδρεύουν σε σειρά επιτροπών και από εκεί θα ασκήσουν ιδιαίτερα αυστηρό κοινοβουλευτικό έλεγχο σε κάθε πτυχή της αμερικανικής κυβέρνησης.
Μπορούν, μεταξύ άλλων, να ανοίξουν έρευνες κατά της κυβέρνησης Τραμπ, ζητώντας καταθέσεις και έγγραφα, ώστε να στηρίξουν αποτελεσματικότερα τις κατηγορίες τους για ενδεχόμενες παρανομίες Αμερικανών αξιωματούχων.
Αν πάρουν και τη Γερουσία, θα μπορούν να παγώσουν όλους τους διορισμούς δικαστών και υπουργών από τον Τραμπ, εφόσον θελήσει να αντικαταστήσει κάποιον. Η πλειοψηφία στη Γερουσία ελέγχει ποιο νομοθετικό έργο φτάνει στο σώμα και πότε, άρα μπορεί να ακυρώσει κάθε νομοθετική πρωτοβουλία των Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών.
Οι πρώτοι στόχοι του ελέγχου
Οι Δημοκρατικοί έχουν υποσχεθεί στους ψηφοφόρους τους «επιστροφή στη νομιμότητα». Ενδεχόμενη πλειοψηφία θα τους επιτρέψει να προχωρήσουν σε όσα ζητούσαν φωναχτά, χωρίς όμως να μπορούν να τα ξεκινήσουν όσο δεν διέθεταν την πλειοψηφία.
Πρώτος έλεγχος θα είναι η επιχειρηματική δραστηριότητα των Τραμπ. Ο Τζάρεντ Κούσνερ και οι γιοι του προέδρου θα μπουν στο μικροσκόπιο των επιτροπών, καθώς τα παιδιά του Τραμπ έχουν συνάψει συμβάσεις με το Πεντάγωνο και άλλους φορείς. Οι Δημοκρατικοί το θεωρούν σύγκρουση συμφερόντων.
Έπειτα θα θέσουν ξανά το ζήτημα των φακέλων Επστάιν, για όσα δεν δημοσιεύτηκαν ή λογοκρίθηκαν και για τις καθυστερήσεις στη δημοσιοποίηση των αρχείων. Την ίδια ώρα, 2,5 εκατομμύρια αρχεία δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.
Συνολικά θα επιδιώξουν να φέρουν σε δύσκολη θέση το υπουργείο Δικαιοσύνης για το σύνολο των ενεργειών του και κυρίως για τη σπατάλη πόρων στην επιδίωξη προσωπικών βεντετών του Τραμπ, από την πρώτη θητεία και από την περίοδο της προεδρίας Μπάιντεν.
Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ, στην εναρκτήρια ομιλία του κατά την άτυπη συνάντηση των υπουργών Άμυνας του ASEAN στο Σεμπού, στις 28 Οκτωβρίου 2026.
Μομφή πρώτα για τον Χέγκσεθ και μετά για τον Τραμπ
Την ίδια περίοδο, οι πρώτες κινήσεις θα έχουν στόχο τη διαδικασία μομφής κατά του προέδρου των ΗΠΑ, κάτι που έχει ήδη συμβεί δύο φορές στο παρελθόν, καθώς και κατά κορυφαίων υπουργών του. Πρώτος, άμεσος και ευκολότερος στόχος είναι ο Πιτ Χέγκσεθ.
Ο Χέγκσεθ είναι ο πολιτικός που το ιδεολογικό του θράσος και οι εκκαθαρίσεις στο στράτευμα, όπου έχει απομακρύνει την αφρόκρεμα των στρατηγών, τον έχουν καταστήσει στόχο των Δημοκρατικών.
Ακριβώς επειδή θεωρείται ο πιο συνεπής στην ιδεολογία της Alt Right και της βάσης του MAGA, με θέσεις κατά των μειονοτήτων και των δικαιωμάτων των γυναικών, ακροδεξιά ιδεολογία και «αλλεργία» στη διαφορετικότητα, οι Δημοκρατικοί μπορεί να βρουν συμμάχους μέσα στους παραδοσιακούς Ρεπουμπλικανούς.
Η πρόταση μομφής εγκρίνεται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων όταν υπάρχει πλειοψηφία 50% των παρόντων συν μία ψήφο. Κατόπιν, το πολιτικό πρόσωπο παραπέμπεται σε δίκη στη Γερουσία.
Στη Γερουσία απαιτούνται τα δύο τρίτα των ψήφων των παρόντων γερουσιαστών για να περάσει πρόταση μομφής. Ο αποκλεισμός από μελλοντικά δημόσια αξιώματα, αντίθετα, θέλει απλή πλειοψηφία: 50% συν μία ψήφο ή ακριβώς 51 ψήφους, αν είναι παρόντες όλοι οι γερουσιαστές. Ακόμη κι αν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν σε όλες τις πολιτείες όπου γίνονται εκλογές για τη Γερουσία, δεν θα συγκεντρώσουν πλειοψηφία δύο τρίτων.
Οι έδρες της Γερουσίας που μπαίνουν στην κάλπη
Με την παρούσα ισορροπία 53-45 υπέρ των Ρεπουμπλικανών, από τις 33 έδρες για τις οποίες θα ψηφίσουν οι πολίτες οι 20 ελέγχονται από τους Ρεπουμπλικανούς και οι 13 από τους Δημοκρατικούς. Η απώλεια τεσσάρων εδρών αρκεί ώστε οι Ρεπουμπλικανοί να χάσουν την πλειοψηφία. Οι ανεξάρτητοι κατέχουν δύο έδρες στη Γερουσία και ανήκουν στην πολιτική ομάδα των Δημοκρατικών.
Σε ισοψηφία στη Γερουσία, την κρίσιμη ψήφο έχει ο αντιπρόεδρος. Στην κυβέρνηση Τραμπ τον ρόλο αυτόν κατέχει ο Τζέι Ντι Βανς. Ο Βανς έχει σπάσει την ισοπαλία οκτώ φορές.
Στις 24 Ιανουαρίου 2025 ενέκρινε τον διορισμό του Χέγκσεθ. Στις 30 Απριλίου 2025 απορρίφθηκε η προσπάθεια να σταματήσει η επιθετική πολιτική του Τραμπ με την επιβολή δασμών. Την 1η Ιουλίου 2025 ψήφισε τρεις φορές για το νομοσχέδιο One Big Beautiful Bill, δύο για επιμέρους τροπολογίες και μία για το ίδιο το πολυνομοσχέδιο του Τραμπ. Στις 15 Ιουλίου 2025 ψήφισε δύο φορές ώστε να περάσουν οι περικοπές των ΗΠΑ σε προγράμματα βοήθειας και στη χρηματοδότηση του ΟΗΕ. Στις 14 Ιανουαρίου 2026 μπλόκαρε το ψήφισμα για τις πολεμικές εξουσίες, το War Powers Resolution, που θα περιόριζε τη στρατιωτική δράση του Τραμπ στη Βενεζουέλα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ εγκαινιάζει και πάλι τη Λίμνη του Μνημείου Λίνκολν, η οποία άνοιξε ξανά μετά από μήνες εργασιών επισκευής, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, στην Ουάσιγκτον, στις 2 Νοεμβρίου 2026.
Βέτο σε κάθε νομοθετική πρωτοβουλία
Αν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν πλειοψηφία τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία, τα δύο σώματα που συνιστούν το Κογκρέσο, ο Τραμπ πιστεύει ότι θα ασκεί το προεδρικό δικαίωμα του βέτο σε κάθε νομοθετική πρωτοβουλία των Δημοκρατικών.
Η τακτική αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε όλα, γιατί θα πρέπει να εγκριθούν κρίσιμα νομοσχέδια, μεταξύ των οποίων και ο προϋπολογισμός. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα υποχρεωθεί να κάνει πίσω σε αιτήματα των Δημοκρατικών ή να ρισκάρει νέο κυβερνητικό shutdown.
Στις αρχές του 2027, όταν θα συζητηθεί και θα ψηφιστεί ο νέος προϋπολογισμός, οι Δημοκρατικοί θα ζητήσουν περικοπές στη χρηματοδότηση της ICE και χρήματα για κοινωνικές δαπάνες. Διαφορετικά, μένει η ευθύνη για νέο πολυήμερο shutdown, μερικό, με εξαιρέσεις σε κάποια κρίσιμα υπουργεία, ή ολικό.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ πιστεύει ότι χάρη στο βέτο θα υποχρεώσει τους Δημοκρατικούς να διαπραγματευτούν. Με τα σημερινά δεδομένα, όμως, εκείνος είναι που θα πρέπει να διαπραγματευτεί μαζί τους, απομακρυνόμενος από την ατζέντα του MAGA και περνώντας νομοσχέδια και χρηματοδοτήσεις που θέλουν οι πολιτικοί του αντίπαλοι. Αυτό θα πλήξει ακόμη περισσότερο τη δημοτικότητά του στο δικό του κοινό.

































