200 εκατ. πάνω από το κράτος πληρώνουν οι φαρμακευτικές για περίθαλψη Ημερομηνία:
26/10/2023, 19:08 - Εμφανίσεις: 37
Πρόσβαση μόνο στο 42% των νέων φαρμάκων έχουν οι Έλληνες ασθενείς και αυτό, δυο χρόνια έπειτα από την έγκρισή τους, όταν οι Γερμανοί ασθενείς έχουν στη διάθεσή τους τα φάρμακα αυτά μετά από ένα τετράμηνο από όταν εγκρίθηκαν.
Η χρηματοδότηση της φαρμακευτικής περίθαλψης είναι τόσο περιορισμένη, που είναι σαφώς χαμηλότερη από τον μέσο όρο των χωρών του ευρωπαϊκού νότου, με την φαρμακευτική βιομηχανία να καλύπτει τις ανάγκες των ασθενών, πληρώνοντας με τη μορφή υποχρεωτικών επιστροφών 200 εκατ.
ευρώ παραπάνω από όσα καταβάλλει το κράτος για την φαρμακευτική περίθαλψη του πληθυσμού.
Στα δύο αυτά σημεία εστιάζει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) Ολύμπιος Παπαδημητρίου σε συνέντευξή του στο in.gr, επισημαίνοντας παράλληλα πως σε ότι αφορά την προσέλκυση επενδύσεων, χρειάζεται περιβάλλον σταθερότητας, προβλεψιμότητας, διαφάνειας, λιγότερης φορολόγησης και γραφειοκρατίας και γρήγορη απόδοση δικαιοσύνης.
Σκοπός η επένδυση των φαρμακευτικών σε προσέλκυση περισσότερων κλινικών μελετών Η πρόοδος της επιστήμης, φέρνει στην πόρτα μας καινούριες θεραπείες.
Πόσο προσβάσιμες είναι αυτές στην Ελλάδα; Η φαρμακοβιομηχανία επενδύει τεράστια ποσά στην Έρευνα και Ανάπτυξη και εργάζεται ακούραστα για την ανακάλυψη και κυκλοφορία νέων φαρμάκων.
Σήμερα 8.000 μόρια/νέα φάρμακα βρίσκονται παγκοσμίως υπό ανάπτυξη.
Την περίοδο 2018-2021 πήραν έγκριση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκου (ΕΜΑ) 168 νέα φάρμακα στην Ευρώπη (Pipeline Review, μελέτη της IQVIA για την EFPIA).
Από αυτές τις 168 θεραπείες μόλις οι 90 κυκλοφορούν στην Ελλάδα, με τους ασθενείς να έχουν άμεση και πλήρη πρόσβαση μόλις στο 42% αυτών.
Η χώρα μας είναι ψηλότερα στη διάθεση νέων φαρμάκων από τον μέσο όρο της ΕΕ (47%) και ο δείκτης αυτός είναι ακόμα υψηλότερος στα ογκολογικά φάρμακα (70%) και στα φάρμακα για σπάνιες παθήσεις (56%).
Φαίνεται δηλαδή πως σε ό,τι αφορά στις σοβαρές παθήσεις οι ασθενείς στη χώρα μας έχουν πρόσβαση.
Η πρόσβαση αυτή, όμως, δεν είναι καθολική, δηλαδή για όλους.