Κοινό γλυκαντικό πιθανή θεραπεία για τα αυτοάνοσα νοσήματα Ημερομηνία:
18/3/2023, 12:44 - Εμφανίσεις: 59
Υψηλές δόσεις του γλυκαντικού σουκραλόζη – ενός υποκατάστατου της ζάχαρης χωρίς θερμίδες των οποίο είναι 600 φορές πιο γλυκό από τη σουκρόζη – φάνηκαν να μειώνουν την ανοσολογική απόκριση σε ποντίκια, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Σαφής βιολογική επίδραση πέραν της γεύσης Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Francis Crick στο Λονδίνο στους οποίους ανήκει η νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 15 Μαρτίου στην επιθεώρηση «Nature» δεν εξέτασαν την επίδραση της σουκραλόζης στους ανθρώπους στη συγκεκριμένη φάση.
Αναφέρουν ωστόσο ότι δεν είναι πιθανό η κατανάλωσή της σε λογικές ποσότητες να είναι επιβλαβής για τον ανθρώπινο οργανισμό.
Προσθέτουν πάντως ότι τα ευρήματά τους δείχνουν ότι το γλυκαντικό αυτό έχει σαφή βιολογική επίδραση πέρα από το να διεγείρει τη γεύση.
Οι συγγραφείς της μελέτης ζητούν περαιτέρω έρευνες με σκοπό να καταστούν πλήρως κατανοητές οι πιθανές αναπάντεχες επιδράσεις της σουκραλόζης στην ανθρώπινη υγεία.
Σε κάθε περίπτωση καταγράφουν ότι το γλυκαντικό θα μπορούσε ίσως να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση διαταραχών που προκαλούνται εξαιτίας ενός υπερδραστήριου ανοσοποιητικού συστήματος.
Οι φόβοι για την αρνητική επίδραση στο ανοσοποιητικό σύστημα Τα τεχνητά γλυκαντικά έχουν μπει στο μικροσκόπιο των επιστημόνων τις τελευταίες δεκαετίες καθώς στοιχεία έχουν δείξει ότι ορισμένα εξ αυτών έχουν βιολογικές επιδράσεις όπως το να προκαλούν αλλαγές στο μικροβίωμα του εντέρου.
Τα αποτελέσματα στα Τ κύτταρα Προκειμένου να διερευνήσουν εάν η σουκραλόζη έχει επίδραση και στο ανοσοποιητικό σύστημα ο μοριακός βιολόγος Φάμπιο Τσάνι από το Ινστιτούτο Francis Crick και οι συνεργάτες του διεξήγαγαν εργαστηριακά τεστ και εξέθεσαν το γλυκαντικό σε Τ κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος τα οποία είχαν ληφθεί από ποντίκια αλλά και ανθρώπους.
Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι η σουκραλόζη παρενέβαινε στην ικανότητα των Τ κυττάρων να πολλαπλασιάζονται και να εξειδικεύονται.
Τα αποτελέσματα στα ζώα Το επόμενο βήμα ήταν να διερευνηθεί αν η επίδραση αυτή ήταν η ίδια και σε ζώντα ζώα.