Μια σχετικά πρόσφατη περιπέτεια με την υγεία μου με οδήγησε αιφνιδίως αρχικά στα επείγοντα περιστατικά ενός δημόσιου νοσοκομείου της Αθήνας και στη συνέχεια στο κρεβάτι ενός θαλάμου άλλου δημόσιου νοσοκομείου, που εκείνη την ημέρα βρισκόταν σε εφημερία. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που βρέθηκα σε νοσοκομείο ως ασθενής και όχι ως επισκέπτης, ήταν η πρώτη φορά που χρειάστηκα τις εξειδικευμένες γνώσεις και τις φροντίδες των στελεχών του περιβόητου ΕΣΥ.
Ως γιος ενός γιατρού «παλαιάς κοπής», ως ένας άνθρωπος που δεν ασχολήθηκε επαγγελματικά με την ιατρική όχι γιατί δεν το επιθυμούσε, αλλά γιατί έτσι το έφεραν τα σχολικά πράγματα, εκτιμούσα ανέκαθεν σε μεγάλο βαθμό το έργο και τις υπηρεσίες που προσέφεραν το ιατρικό και το νοσηλευτικό προσωπικό στα νοσοκομεία της χώρας μας.
Φυσικά, όπως όλοι και όλες, έτσι κι εγώ διάβαζα και άκουγα συχνά-πυκνά για τα σοβαρά προβλήματα που ταλανίζουν το χώρο της δημόσιας υγείας, για φοβερές και τρομερές ελλείψεις σε ό,τι αφορά το προσωπικό, τα φάρμακα και τα κάθε είδους υλικά, για γιατρούς, νοσηλευτές και νοσηλεύτριες που βρίσκονται στα όρια της αντοχής τους κ.λπ.
Η πραγματικότητα, όπως τη βίωσα εγώ ο ίδιος επί έξι σχεδόν ημέρες στο θάλαμο ενός δημόσιου νοσοκομείου, δεν απέχει παρασάγγας από τα προαναφερθέντα. Τα προβλήματα είναι εμφανή, εμφανέστατα θα έλεγα, όσον αφορά την υλικοτεχνική υποδομή, τις εγκαταστάσεις και την οργάνωση των δημόσιων νοσοκομείων μας.
Οι ασθενείς χρειάζονται, κακά τα ψέματα, ένα δικό τους άνθρωπο στο πλευρό τους κάθε στιγμή, πολύ περισσότερο τις δύσκολες νυχτερινές ώρες.
Οι γιατροί κάνουν ό,τι μπορούν, το νοσηλευτικό προσωπικό παλεύει με νύχια και με δόντια, αλλά αυτό δεν είναι σε πολλές περιπτώσεις αρκετό, καθώς την ίδια σχεδόν στιγμή όπου επιλύεται ένα πρόβλημα μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης αναφύονται ως διά μαγείας νέα ζητήματα, που απαιτούν νέους κόπους και νέες προσπάθειες.
Παρά ταύτα, αυτό που έμεινε στο μυαλό μου και χαράχτηκε στη μνήμη μο...
Πηγή/Περισσότερα: in.gr


































