Ο ήλιος αποτελεί πηγή ζωής και ενέργειας, εμπλουτίζοντας τον οπτικό μας κόσμο με χρώματα και σημαντικές αισθητικές εμπειρίες. Τα φωτόνια με μήκη κύματος μεταξύ 400 και 700nm αποτελούν το «ορατό» μέρος του φάσματος γιατί σχετίζονται με την αντίληψη της όρασης και κυρίως στη χρωματική όραση. Εκτός από το ορατό φως ο ήλιος εκπέμπει τόσο υπέρυθρη ακτινοβολία (infrared-IR), υπεύθυνη για τη θερμότητα, όσο και υπεριώδη ακτινοβολία (Ultraviolet-UV), οι οποίες δεν είναι ορατές, αλλά σε υψηλές εντάσεις γίνονται, π.χ. μια φωτεινή πηγή στα 750nm θα μπορούσε να γίνει ορατή αν η έντασή της είναι 1000 φορές υψηλότερη από τη συνήθη.
«Η υπεριώδης ακτινοβολία διαχωρίζεται σε τρεις περιοχές στο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα: τη UVA (από 315 μέχρι 400 nm), τη UVΒ (από 280 μέχρι 315 nm) και τη UVC (από 100 μέχρι 280 nm), η οποία δε φτάνει στην επιφάνεια της γης, γιατί απορροφάται πλήρως από το προστατευτικό φράγμα του ατμοσφαιρικού όζοντος στην ανώτερη ατμόσφαιρα που επίσης απορροφά μέρος της UVΒ που φτάνει «εξασθενισμένη» στην επιφάνεια της γης. Η ποσότητα της UVΒ διαφέρει, βέβαια, σε συνάρτηση με την τοποθεσία, την εποχή της χρονιάς και την ώρα της ημέρας (τη θέση και την κατεύθυνση του ήλιου). Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι όταν ο ήλιος είναι χαμηλά στον ορίζοντα, η απορρόφηση και η σκέδαση είναι πολύ μεγαλύτερες, με αποτέλεσμα πολύ λιγότερη UVB να φτάνει στο έδαφος. Είναι σαφές ότι, στην Ελλάδα, ειδικά κατά το θερινό ηλιοστάσιο, η έκθεση σε UVB είναι πολύ μεγαλύτερη (κατά 10 περίπου φορές) κατά το μεσημέρι εν συγκρίσει με το απόγευμα. Επιπλέον, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι τα σύννεφα προκαλούν ασθενέστερη απορρόφηση της ακτινοβολίας σε χαμηλά εν συγκρίσει με υψηλά μήκη κύματος, με αποτέλεσμα τα επίπεδα UVB να παραμένουν σχετικά υψηλά, ακόμα και όταν ο ουρανός είναι συννεφιασμένος», εξηγεί ο Σωτήρης Πλαΐνης* MSc, PhD, FBCLA, επιστημονικός συνεργάτης του Εργαστηρίου Οπτικής και Όρασης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.
Επομένως, τα επίπεδα έκθεσης των οφθαλμών στην υπεριώδη ακτι...
Πηγή/Περισσότερα: in.gr


































