Ο χημικός Αλεξάντερ Μπίσμαρκ έκανε, όπως τόσοι ξένοι, τις καλοκαιρινές διακοπές του σε ένα χωριουδάκι της Κρήτης, όταν πρόσεξε τις κατσίκες να μασουλάνε με την ησυχία τους τα ξερόχορτα. Και τότε -ένα είδος αρχιμήδειου «εύρηκα»- του κατέβηκε η φαεινή ιδέα να αξιοποιήσει τα περιττώματα των ζώων όχι για φυσικό λίπασμα, αλλά για κάτι διαφορετικό: για να φτιάξει χαρτί, αξιοποιώντας την άφθονη κοπριά των ζώων, ιδίως των μεγάλων όπως οι αγελάδες και οι ελέφαντες.
Ο Μπίσμαρκ, που είναι καθηγητής στη Σχολή Χημείας του Πανεπιστημίου της Βιέννης, παρουσίασε σε συνέδριο της Αμερικανικής Χημικής Εταιρείας στη Νέα Ορλεάνη μια νέα μέθοδο παραγωγής χαρτιού φιλικού στο περιβάλλον, η οποία ανακυκλώνει ως πρώτη ύλη τα ζωικά περιττώματα, αντί για την ξυλεία των δέντρων.
Η κοπριά αποτελεί μια θαυμάσια πηγή κυτταρίνης, του βασικού συστατικού των φυτικών κυττάρων, συνεπώς η νέα μέθοδος θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ιδίως σε χώρες που δεν έχουν πολλή ξυλεία (ή δεν θέλουν να κόψουν δέντρα), αλλά αντίθετα διαθέτουν πολλά ζώα. Η ανακύκλωση της κοπριάς, ώστε να μετατραπεί σε προϊόντα χαρτιού, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα φθηνό και «πράσινο» τρόπο για να ξεφορτωθεί κανείς τα ζωικά απόβλητα.
Όπως δήλωσε ο Μπίσμαρκ, αναφερόμενος στην έμπνευσή του στην Κρήτη, «συνειδητοποίησα ότι αυτό που βγαίνει στο τέλος από το ζώο, είναι μερικώς χωνεμένη φυτική ύλη, συνεπώς πρέπει να περιέχει πολλή κυτταρίνη».
Τα ζώα τρώνε τη βιομάζα (π.χ. τα χόρτα) που περιέχει κυτταρίνη, τη μασάνε καλά, την διαλύουν με ένζυμα και οξέα στο στομάχι τους και τελικά την αποβάλλουν με μορφή κοπριάς. Ανάλογα με το ζώο, σύμφωνα με τον Μπίσμαρκ, έως το 40% της κοπριάς συνίσταται από κυτταρίνη, η οποία στη συνέχεια είναι εύκολο να απομονωθεί από την κοπριά.
Ακολούθως, η επεξεργασία αυτής της κυτταρίνης για να γίνει χαρτοπολτός, απαιτεί πολύ λιγότερη ενέργεια και λιγότερες χημικές ουσί...
Πηγή/Περισσότερα: in.gr


































