Ο νεολογισμός «σεζονίστας» ή «σεζονίστες» έχει καθιερωθεί στην καθομιλουμένη ως συνώνυμο των εποχικών εργαζομένων στον τουρισμό. Είναι εκείνοι που δουλεύουν δεκάωρα και δωδεκάωρα, εξαήμερα και επταήμερα, για να απολαύσουν οι ξένοι και ντόπιοι τουρίστες τις διακοπές τους και να κυλήσουν τα γρανάζια της προσοδοφόρας τουριστικής βιομηχανίας. Το ίδιο καθιερωμένα και επαναλαμβανόμενα κάθε χρόνο είναι τα ρεπορτάζ για τους «σκλάβους στις γαλέρες του τουρισμού». Πλάι στα αφιερώματα για τους δημοφιλείς προορισμούς, τις ταξιδιωτικές εισπράξεις, τις παράνομες ή πανάκριβες ομπρελοξαπλώστρες, περισσεύει λίγος χώρος στο μενού της θερινής-τουριστικής ειδησεογραφίας για τα βάσανα των εποχικών εργαζομένων.Ένας περιφραστικός ορισμός για τους σεζονίστας είναι «τα παιδιά που δουλεύουν σεζόν». Αν και όσοι λιώνουν στο σέρβις, σε μπιτσόμπαρα, ταβέρνες, ξενοδοχεία είναι συνήθως νέοι, στον τουρισμό εργάζονται άτομα κάθε ηλικίας: γυναίκες στα πρώτα ή και δεύτερα –ήντα, που ζουν τις οικογένειές τους δουλεύοντας καμαριέρες και καθαρίστριες· λαντζιέρηδες και λαντζιέρισες, ξενοδοχοϋπάλληλοι με δεκαετίες εμπειρ
Διαβάστε περισσότερα |