Έρευνα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων αποτυπώνει πώς οι Έλληνες επιχειρούν να ανταποκριθούν στις αυξήσεις των τιμών των καυσίμων. Ανάμεσα στις προσαρμογές περιλαμβάνονται και οι περικοπές σε τρόφιμα και δαπάνες υγείας.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, τους τελευταίους 12 μήνες οι αυξήσεις στις τιμές του φυσικού αερίου, των καυσίμων για τα οχήματα, του πετρελαίου θέρμανσης ή της ηλεκτρικής ενέργειας μείωσαν «σε μεγάλο βαθμό» την αγοραστική δύναμη σχεδόν οκτώ στους δέκα Έλληνες (78%, έναντι 60% στην ΕΕ). Το ποσοστό είναι από τα υψηλότερα στην Ένωση. Το 32% αναφέρει ότι επηρεάστηκε σε «πολύ μεγάλο βαθμό» από τις αυξήσεις, έναντι 20% στην ΕΕ, επίσης από τα υψηλότερα ποσοστά.
Περικοπές σε τροφή και υγεία
Στην προσπάθεια να αντεπεξέλθουν στις αυξήσεις, το 52% δηλώνει ότι περιόρισε τις καθημερινές δαπάνες για τρόφιμα ή υγεία, έναντι 38% στην ΕΕ, ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ένωση. Μείωση της θέρμανσης αναφέρει το 41%, έναντι 34% στην ΕΕ.
Για ορισμένους πολίτες η επίπτωση δεν έμεινε μόνο στις περικοπές δαπανών. Το 33% δηλώνει ότι χρεώθηκε, ζήτησε οικονομική βοήθεια ή καθυστέρησε την πληρωμή λογαριασμού ρεύματος, έναντι 16% στην ΕΕ. Είναι το υψηλότερο ποσοστό στην Ένωση.
Στις μετακινήσεις, σχεδόν τρεις στους τέσσερις Έλληνες (74%, έναντι 60% στην ΕΕ) αναφέρουν ότι οι αυξήσεις των τιμών άλλαξαν τον τρόπο χρήσης του αυτοκινήτου τους. Το ποσοστό είναι το υψηλότερο στην ΕΕ.
Ειδικότερα, το 45% έχει περιορίσει μετακινήσεις για βασικές ανάγκες, όπως ψώνια, ιατρικά ραντεβού ή διεκπεραίωση διοικητικών υποθέσεων, έναντι 31% στην ΕΕ. Και αυτό το ποσοστό συγκαταλέγεται στα υψηλότερα της Ένωσης.
Το 34% δηλώνει ότι στερήθηκε εκδρομή το Σαββατοκύριακο, διακοπές ή επίσκεψη σε συγγενείς και φίλους, έναντι 30% στην ΕΕ.
Το 25% δήλωσε ότι οδηγεί πλέον πιο αργά για να εξοικονομήσει καύσιμα, έναντι 22% στην ΕΕ. Το 31% αντικατέστησε τις μεμονωμένες μετακινήσεις με αυτοκίνητο με κοινή χρήση αυτοκινήτου, μέσα μαζικής μεταφοράς ή ποδήλατο, έναντι 22% στην ΕΕ, ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ένωση.

































