Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αποδίδει στη διάταξη του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΥΠΕΘΟ) τον χαρακτηρισμό «προκλητική υπέρ των τραπεζών και των funds».
Ζητεί να αποσυρθεί αμέσως, σημειώνοντας ότι «αποστερεί το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των πολιτών».
«Σοβαρή οπισθοδρόμηση» στις εγγυήσεις των πολιτών
Η ρύθμιση, προειδοποιεί, αποτελεί «σοβαρή οπισθοδρόμηση ως προς τις δικονομικές εγγυήσεις προστασίας των πολιτών». Το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, υπογραμμίζουν, είναι «απολύτως επαρκές, διασφαλίζει την ισόρροπη αντιμετώπιση δανειστών και οφειλετών και δημιουργεί ασφάλεια δικαίου».
«Δεν μπορούν να παραμείνουν αδρανείς απέναντι σε νομοθετικές πρωτοβουλίες που αποδυναμώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των πολιτών», αναφέρουν. Προεξοφλούν ότι «θα αναλάβουν κάθε πρόσφορη θεσμική και νομική πρωτοβουλία, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, για την προάσπιση των δικαιωμάτων των οφειλετών και τη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης όλων στη δικαιοσύνη».
Το περιεχόμενο της ανακοίνωσης
Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος δημοσιοποίησε ανακοίνωση με το ακόλουθο περιεχόμενο.
Στο άρθρο 23 του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με τίτλο «Ενίσχυση εποπτείας των υπό διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις … και λοιπές διατάξεις», εισάγεται ρύθμιση υπό τον τίτλο «Προσθήκη άρθρου 63Ε στον ν.5072/2023». Βάσει αυτής, «η σύμβαση ρύθμισης αποτελεί εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με την περ. ζ) της παρ. 2 του άρθρου 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄182) για το σύνολο των ανωτέρω απαιτήσεων». Η πρόβλεψη βρίσκεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3.
Πρόκειται για εξαιρετική ρύθμιση, με την οποία εκτελεστός τίτλος χορηγείται μέσω ιδιωτικού εγγράφου. Παρακάμπτεται η διαδικασία που προβλέπεται για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Ο δανειστής, συνήθως τράπεζα ή εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, αποφεύγει την καταβολή δικαστικού ενσήμου, ενώ ο οφειλέτης στερείται δικαστικής προστασίας μέσω της άσκησης του ένδικου βοηθήματος της ανακοπής.
Τη ρύθμιση τη χαρακτηρίζουν προκλητικά ευνοϊκή για τις τράπεζες και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Δημιουργεί, κατά την εκτίμησή τους, αυξημένο κίνδυνο ανασφάλειας δικαίου, διότι η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται αποκλειστικά με βάση ιδιωτικό έγγραφο και χωρίς να διασφαλίζεται ο τρόπος βεβαίωσης του υπολοίπου της οφειλής, μετά την αφαίρεση των καταβληθέντων, ώστε η απαίτηση να είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη. Υπενθυμίζουν, ακόμη, ότι κατά τη σύναψη και τη λειτουργία της σύμβασης ρύθμισης κυρίαρχη είναι η βούληση της τράπεζας ή της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων και ο οφειλέτης αποτελεί το αδύναμο μέρος.
Η ρύθμιση, συνεχίζουν, αποστερεί το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των πολιτών, ιδίως των πιο ευάλωτων. Δεν εξυπηρετεί τίποτε πέρα από τα συμφέροντα των τραπεζών και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, οι οποίες δεν θα καταβάλουν και δικαστικό ένσημο, εις βάρος των συμφερόντων του Δημοσίου.
Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος εκφράζει έντονη αντίθεση στη ρύθμιση και κάνει λόγο για σοβαρή οπισθοδρόμηση ως προς τις δικονομικές εγγυήσεις προστασίας των πολιτών. Θεωρεί ότι το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο είναι απολύτως επαρκές, ότι διασφαλίζει την ισόρροπη αντιμετώπιση δανειστών και οφειλετών και ότι δημιουργεί ασφάλεια δικαίου.
Ζητεί την άμεση απόσυρση της διάταξης.
Οι δικηγορικοί σύλλογοι της χώρας δηλώνουν ότι δεν μπορούν να παραμείνουν αδρανείς απέναντι σε νομοθετικές πρωτοβουλίες που αποδυναμώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των πολιτών. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους θα αναλάβουν κάθε πρόσφορη θεσμική και νομική πρωτοβουλία, ώστε να προασπιστούν τα δικαιώματα των οφειλετών και να διασφαλιστεί η ισότιμη πρόσβαση όλων στη δικαιοσύνη.
«Αδιαπραγμάτευτη θεσμική υποχρέωση» χαρακτηρίζουν την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών και τη διαφύλαξη του κράτους δικαίου.

































